Η Rolex Ελλάς κατέγραψε το 2025 μικρή επιβράδυνση των οικονομικών της επιδόσεων, καθώς οι περιορισμοί στη διαθεσιμότητα των ρολογιών και οι προσωρινές διαταραχές στο δίκτυο λιανικής επηρέασαν τις πωλήσεις, σε μια περίοδο κατά την οποία η ζήτηση για προϊόντα υψηλής ωρολογοποιίας παρέμεινε ισχυρή.
Ο κύκλος εργασιών της εταιρείας διαμορφώθηκε στα 97,67 εκατ. ευρώ, έναντι 100,36 εκατ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας μείωση 2,7%. Η διοίκηση αποδίδει την υποχώρηση στη συγκρατημένη διαθεσιμότητα ρολογιών, στο κλείσιμο ενός καταστήματος και στην προσωρινή αναστολή λειτουργίας του καταστήματος της οδού Βαλαωρίτου λόγω εργασιών ανακαίνισης.
Η κάμψη των πωλήσεων αποτυπώθηκε και στα αποτελέσματα της εταιρείας. Τα μικτά κέρδη υποχώρησαν στα 16,16 εκατ. ευρώ από 19,81 εκατ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα, με το περιθώριο μικτού κέρδους να διαμορφώνεται στο 16,5%, έναντι 19,7% το 2024. Τα κέρδη προ φόρων μειώθηκαν στα 6,69 εκατ. ευρώ από 10,4 εκατ. ευρώ, ενώ τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους διαμορφώθηκαν στα 4,7 εκατ. ευρώ, έναντι 7,71 εκατ. ευρώ στην προηγούμενη χρήση.
Παρά την υποχώρηση της κερδοφορίας, ο ισολογισμός της εταιρείας παραμένει ισχυρός. Τα ταμειακά διαθέσιμα αυξήθηκαν στα 4,01 εκατ. ευρώ από 2,97 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ η εταιρεία εξακολουθεί να λειτουργεί χωρίς τραπεζικό δανεισμό, διατηρώντας υψηλή ρευστότητα και σημαντική χρηματοοικονομική ευελιξία.
Μεγάλη ζήτηση για τα Tudor
Τα αποτελέσματα της Rolex Ελλάς αντανακλούν μια ευρύτερη τάση στην παγκόσμια αγορά ειδών πολυτελείας, όπου η ζήτηση για κορυφαία ρολόγια παραμένει ανθεκτική παρά τις πιέσεις στην προσφορά και την επιβράδυνση
που καταγράφεται σε ορισμένες αγορές πολυτελών αγαθών. Σύμφωνα με την εταιρεία, η ενισχυμένη τουριστική κίνηση το 2025 στήριξε τη ζήτηση για τα προϊόντα της και συνέβαλε στη διατήρηση του μεριδίου αγοράς της στην Ελλάδα.
Η εταιρεία σημειώνει επίσης ότι τα ρολόγια Rolex εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται από μέρος των καταναλωτών όχι μόνο ως είδη πολυτελείας αλλά και ως περιουσιακά στοιχεία που διατηρούν την αξία τους, λόγω της ισχυρής δευτερογενούς αγοράς και της διαχρονικά υψηλής ζήτησης.
Ιδιαίτερο βάρος αποκτά πλέον η Tudor, η οποία εξελίσσεται στον ταχύτερα αναπτυσσόμενο βραχίονα του ομίλου στην ελληνική αγορά. Οι πωλήσεις της μάρκας αυξήθηκαν σχεδόν κατά 30% το 2025, εξέλιξη που αποδίδεται στη διεύρυνση της απήχησής της σε νεότερες ηλικιακές ομάδες και στην ενίσχυση της παρουσίας της στο δίκτυο λιανικής.
Η Rolex Ελλάς, η οποία δραστηριοποιείται στην ελληνική αγορά από το 1993, διαθέτει σήμερα εκτεταμένο δίκτυο διανομέων σε όλη τη χώρα, τρία σημεία παρουσίας στην Αθήνα και εξειδικευμένο τμήμα τεχνικής υποστήριξης και υπηρεσιών μετά την πώληση.
Για το 2026, η διοίκηση εμφανίζεται συγκρατημένα αισιόδοξη, εκτιμώντας ότι η ζήτηση για τα προϊόντα των Rolex και Tudor θα οδηγήσει σε αύξηση των πωλήσεων άνω του 6%, παρά τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις επίμονες πληθωριστικές πιέσεις που εξακολουθούν να σκιάζουν το διεθνές οικονομικό περιβάλλον.





























