Μήνυμα επιφυλακής για την πορεία των τιμών στην αγορά και αιχμές προς την κυβέρνηση για την απουσία διαλόγου με τον κλάδο του οργανωμένου λιανεμπορίου διατύπωσε ο επικεφαλής της METRO, Αριστοτέλης Παντελιάδης, σκιαγραφώντας παράλληλα τις προοπτικές ανάπτυξης του ομίλου και αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο επιλεκτικών εξαγορών στο μέλλον.
Σε ένα περιβάλλον αυξημένου λειτουργικού κόστους, γεωπολιτικής αβεβαιότητας και ανακατατάξεων στο λιανεμπόριο, ο επικεφαλής της METRO προειδοποίησε ότι ενδεχόμενη παράταση του πολέμου στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέες ανατιμήσεις, αν και σαφώς χαμηλότερης έντασης σε σχέση με την προηγούμενη πληθωριστική κρίση. Όπως ανέφερε, οι προμηθευτές τηρούν προς το παρόν στάση αναμονής, αποφεύγοντας βιαστικές κινήσεις παρά το αυξημένο κόστος που αντιμετωπίζουν. Ωστόσο, εκτίμησε ότι εφόσον οι γεωπολιτικές πιέσεις επιμείνουν, οι αυξήσεις τιμών θα καταστούν αναπόφευκτες, με τον πληθωρισμό να κινείται κοντά στο 3% τους επόμενους μήνες.
Την ίδια ώρα, ο κ. Παντελιάδης άσκησε έντονη κριτική στις παρεμβάσεις της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού, υποστηρίζοντας ότι μέτρα όπως το πλαφόν στο μικτό περιθώριο κέρδους δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν εξωγενείς παράγοντες που τροφοδοτούν τις ανατιμήσεις. «Κανένα μέτρο εντός Ελλάδας δεν μπορεί ουσιαστικά να επηρεάσει αιτίες που είναι εξωγενείς», ανέφερε χαρακτηριστικά, εκφράζοντας παράλληλα επιφυλάξεις και για πολιτικές στήριξης μέσω επιδομάτων και «pass», τις οποίες χαρακτήρισε προσωρινές λύσεις που ενισχύουν το εισόδημα χωρίς να αντιμετωπίζουν τις βαθύτερες αιτίες του πληθωρισμού. Μάλιστα, τάχθηκε υπέρ πιο στοχευμένων φορολογικών παρεμβάσεων σε περιόδους έντονων πληθωριστικών πιέσεων.
Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε και για τη σχέση του κλάδου με την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Ανάπτυξης, αποκαλύπτοντας ότι οι επαφές έχουν διακοπεί. «Με τον υπουργό έχουμε διακόψει επαφές, δεν μας θέλει», δήλωσε, σημειώνοντας ότι παρά τον έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των αλυσίδων, ο κλάδος διαχρονικά κατάφερνε να διαμορφώνει κοινές θέσεις όταν αυτό απαιτούνταν.
Αναφερόμενος στην αγορά της οργανωμένης χονδρικής και ειδικότερα στο κανάλι HORECA, ο επικεφαλής της METRO παραδέχθηκε ότι οι επιδόσεις κινήθηκαν χαμηλότερα των προσδοκιών, παρά τη θετική τουριστική περίοδο. Όπως εξήγησε, η αυξημένη παρουσία επισκεπτών δεν μεταφράστηκε σε αντίστοιχη κατανάλωση στην εστίαση, καθώς οι τουρίστες εμφανίστηκαν πιο συγκρατημένοι στις δαπάνες τους σε καφέ, εστιατόρια και έξοδο. Παράλληλα, εξέφρασε προβληματισμό για τη μεταβολή των καταναλωτικών συνηθειών των Ελλήνων, σημειώνοντας ότι η περιορισμένη συχνότητα εξόδου μέσα στην εβδομάδα συνεχίζει να ασκεί πιέσεις στην αγορά της εστίασης.
Στο μέτωπο των εξελίξεων στο οργανωμένο λιανεμπόριο, ο κ. Παντελιάδης χαρακτήρισε τη συμφωνία Μασούτη – Κρητικού ως ένα φυσιολογικό βήμα στη διαδικασία συγκέντρωσης της αγοράς, υποστηρίζοντας ότι δεν μεταβάλλει δραστικά τις ισορροπίες διαπραγματευτικής ισχύος. Εκτίμησε, ωστόσο, ότι η ελληνική αγορά παραμένει λιγότερο συγκεντρωμένη σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων συμφωνιών στο μέλλον.
Παρά το γεγονός ότι οι εξαγορές δεν περιλαμβάνονται στον βασικό στρατηγικό σχεδιασμό της METRO, ο επικεφαλής του ομίλου ξεκαθάρισε ότι η εταιρεία παραμένει ανοιχτή σε επιλεκτικές κινήσεις, εφόσον προκύψουν ευκαιρίες που ευθυγραμμίζονται με τα οικονομικά της κριτήρια. «Μας ενδιαφέρουν οι εξαγορές, αρκεί να ταιριάζουν στα μεγέθη μας και να έχουν καθαρή οικονομική βάση», σημείωσε, υπογραμμίζοντας τη συντηρητική αλλά σταθερή επενδυτική φιλοσοφία του ομίλου.
Στο πλαίσιο αυτό, η διοίκηση της METRO παρακολουθεί στενά και τις εξελίξεις που απορρέουν από τη συμφωνία Μασούτη – Κρητικού, εξετάζοντας πιθανές ευκαιρίες από καταστήματα που ενδέχεται να αλλάξουν κατεύθυνση. Ήδη, τέσσερα καταστήματα franchise της ΑΝΕΔΗΚ Κρητικός σε Πάρο και Νάξο εντάχθηκαν τις τελευταίες ημέρες στο δίκτυο της εταιρείας.
Για το 2026, ο όμιλος θέτει ως στόχο πωλήσεις ύψους 1,77 δισ. ευρώ από 1,67 δισ. ευρώ την προηγούμενη χρήση, ενώ το επενδυτικό πρόγραμμα των επόμενων ετών αναμένεται να κινηθεί μεταξύ 250 και 280 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική σταθερής ανάπτυξης με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.




























