Με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών παρουσίας της Uber στην ελληνική αγορά, νέα μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών αναδεικνύει το σημαντικό οικονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα της πλατφόρμας, αλλά και τα εμπόδια που θέτει το ισχύον ρυθμιστικό πλαίσιο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, οι διαδρομές ταξί μέσω της Uber συνεισέφεραν άμεσα σχεδόν 49 εκατ. ευρώ στο ΑΕΠ το 2024, ενώ η συνολική επίδραση στην ελληνική οικονομία, αν συνυπολογιστούν οι έμμεσες και προκαλούμενες επιδράσεις, ανήλθε στα 110 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, η δραστηριότητα της Uber στήριξε περισσότερες από 6.900 θέσεις εργασίας σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης και ενίσχυσε τα δημόσια έσοδα κατά περίπου 34 εκατ. ευρώ, με επιπλέον όφελος από τον περιορισμό της διαφυγής ΦΠΑ λόγω της πλήρους ψηφιακής καταγραφής των συναλλαγών.
Η μελέτη επισημαίνει ότι η Uber συνέβαλε στη βελτίωση της αποδοτικότητας των αστικών μεταφορών, στη μείωση των μη απαραίτητων διαδρομών και στην παροχή μεγαλύτερης ευελιξίας στους επαγγελματίες οδηγούς, σε μια χώρα που διαθέτει τον παλαιότερο στόλο επιβατικών οχημάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και έντονα προβλήματα κυκλοφοριακής συμφόρησης, ιδιαίτερα στην Αθήνα. Την ίδια στιγμή, τονίζεται ότι το αυστηρό και περιοριστικό κανονιστικό πλαίσιο, με ρυθμίσεις όπως η υποχρέωση επιστροφής του οχήματος στην έδρα και η επιβολή ελάχιστου κομίστρου, περιορίζει τη διαθεσιμότητα και την καινοτομία των υπηρεσιών κλήσης οχημάτων μέσω εφαρμογής.
Σύγκριση με την Πορτογαλία, όπου εφαρμόστηκε μεταρρύθμιση το 2018, δείχνει ότι η απλοποίηση της νομοθεσίας οδήγησε σε σημαντική αύξηση του κύκλου εργασιών και της απασχόλησης στον κλάδο, με τη μελέτη να εκτιμά ότι αντίστοιχη σύγκλιση στην Ελλάδα θα μπορούσε να αποφέρει πρόσθετο όφελος έως 318 εκατ. ευρώ στο ΑΕΠ και χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας.




























