Η Ευρωπαϊκή Ένωση εισήγαγε το 2024 υπηρεσίες συνολικής αξίας 3,47 τρισ. ευρώ από χώρες εκτός ΕΕ, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat που δόθηκαν σήμερα στη δημοσιότητα. Τα δεδομένα προέρχονται από τις επίσημες στατιστικές για το διεθνές εμπόριο υπηρεσιών με βάση τους τρόπους παροχής (Modes of Supply – MOS) και αποτυπώνουν τη δομή και τις τάσεις των εισαγωγών υπηρεσιών στα κράτη-μέλη.
Η μεγαλύτερη μερίδα των εισαγωγών, ποσοστό 58,9% που αντιστοιχεί σε 2,04 τρισεκατομμύρια ευρώ, πραγματοποιήθηκε μέσω εμπορικής παρουσίας εντός της χώρας αναφοράς, δηλαδή μέσω θυγατρικών ή υποκαταστημάτων ξένων επιχειρήσεων. Η διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών ακολούθησε με ποσοστό 31,3% και αξία 1,09 τρισεκατομμυρίων ευρώ, ενώ η κατανάλωση στο εξωτερικό αντιπροσώπευσε το 6,6% των εισαγωγών, φτάνοντας τα 229 δισεκατομμύρια ευρώ. Η παρουσία φυσικών προσώπων αποτέλεσε τον μικρότερο τρόπο εισαγωγής, με ποσοστό 3,2% και αξία 111 δισεκατομμύρια ευρώ.
Στην πλειονότητα των κρατών-μελών, και συγκεκριμένα σε 22 χώρες της ΕΕ, οι εισαγωγές υπηρεσιών προήλθαν κυρίως μέσω εμπορικής παρουσίας. Τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στη Βουλγαρία με 81,7%, στην Ουγγαρία με 78,1% και στην Ισπανία με 74,5%, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία της άμεσης εγκατάστασης ξένων επιχειρήσεων στις εθνικές αγορές.
Αντίθετα, η Ελλάδα ξεχώρισε ως η χώρα όπου κυριάρχησε η διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών, η οποία αντιστοιχούσε στο 68,8% των συνολικών εισαγωγών. Υψηλά ποσοστά μέσω του ίδιου τρόπου καταγράφηκαν επίσης στην Κύπρο, τη Σουηδία και τη Δανία. Η κατανάλωση υπηρεσιών στο εξωτερικό είχε ιδιαίτερη βαρύτητα στη Δανία, όπου αντιστοιχούσε στο 22,3% των εισαγωγών, ενώ αξιόλογα μερίδια σημειώθηκαν και στη Γαλλία, τη Λιθουανία, την Κροατία και την Ιταλία. Στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, το ποσοστό αυτό παρέμεινε κάτω από το 10%.
Όσον αφορά την παρουσία φυσικών προσώπων, το υψηλότερο ποσοστό καταγράφηκε στην Κύπρο και τη Δανία, με 7,3% σε κάθε χώρα, ενώ ακολούθησε το Βέλγιο με 5,4%.

























