Οι αλλαγές στα μικρόβια που ζουν στο έντερο μπορούν να εντοπίσουν ασθενείς, που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Πάρκινσον πολύ πριν εμφανιστούν τα συμπτώματα, σύμφωνα με πρόσφατη εργασία, που δίνει δημιουργεί ελπίδες για νέες θεραπείες.
Ερευνητές ανακάλυψαν αλλαγές στο μικροβίωμα του εντέρου που είναι πιο έντονες σε άτομα με γενετικό κίνδυνο για νόσο Πάρκινσον και ακόμη πιο έντονες σε όσους έχουν διαγνωστεί με τη νόσο. Η «υπογραφή» του μικροβιώματος θα μπορούσε να βοηθήσει τους γιατρούς να εντοπίσουν ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Πάρκινσον χρόνια πριν υπάρξουν σαφή συμπτώματα.
Υποδηλώνει επίσης ότι οι πιο υγιεινές διατροφές και οι θεραπείες που αναδιαμορφώνουν το μικροβίωμα θα μπορούσαν να αποτρέψουν ή να καθυστερήσουν την ασθένεια.
Ο καθηγητής Άντονι Σαπίρα, επικεφαλής κλινικών και κινητικών νευροεπιστημών στο University College London και επικεφαλής ερευνητής της μελέτης, δήλωσε ότι ήταν η πρώτη φορά που μια μικροβιακή υπογραφή σε ασθενείς με νόσο Πάρκινσον είχε παρατηρηθεί σε άτομα με γενετική προδιάθεση χωρίς να έχουν ακόμη αναπτύξει συμπτώματα. Η υπογραφή φαίνεται να γίνεται ισχυρότερη καθώς η νόσος εξελίσσεται.
«Αυτές οι ίδιες αλλαγές μπορούν να βρεθούν σε ένα μικρό ποσοστό του γενικού πληθυσμού που μπορεί να τους θέσουν σε αυξημένο κίνδυνο», δήλωσε ο Σαπίρα.
Τα κρούσματα της νόσου του Πάρκινσον έχουν διπλασιαστεί τα τελευταία 25 χρόνια, με περισσότερους από 8,5 εκατ. ανθρώπους παγκοσμίως να ζουν τώρα με την πάθηση. Η νόσος προκαλεί προοδευτική εγκεφαλική βλάβη, που οδηγεί αργή κίνηση και δύσκαμπτους, άκαμπτους μύες. Οι ασθενείς συχνά εμφανίζουν κατάθλιψη, άγχος, προβλήματα ύπνου και μνήμης, καθώς και δυσκολία στην ισορροπία.
Η νόσος του Πάρκινσον προκαλείται από τον θάνατο νευρώνων σε ένα μέρος του εγκεφάλου που ονομάζεται μέλαινα ουσία. Η απώλεια των νευρικών κυττάρων οδηγεί σε μείωση της ντοπαμίνης στον εγκέφαλο, η οποία ευθύνεται για πολλά από τα συμπτώματα της νόσου. Για τη νόσο του Πάρκινσον δεν υπάρχει θεραπεία, αλλά τα φάρμακα που ενισχύουν την ντοπαμίνη μπορούν να βοηθήσουν τους ασθενείς, μαζί με τη φυσικοθεραπεία και τη χειρουργική επέμβαση.
Η ομάδα του UCL ανέλυσε κλινικά και κοπρανικά δεδομένα από 271 ασθενείς με νόσο του Πάρκινσον, 43 άτομα με γονίδιο κινδύνου για τη νόσο αλλά χωρίς κλινικά συμπτώματα και 150 υγιείς ανθρώπους.
Η αφθονία περισσότερων από το ένα τέταρτο των μικροβίων του εντέρου, ή 176 είδη, διέφερε σε άτομα με νόσο του Πάρκινσον σε σύγκριση με την υγιή ομάδα. Οι αλλαγές δεν οφείλονταν σε φαρμακευτική αγωγή. Ένα παρόμοιο μοτίβο παρατηρήθηκε σε άτομα με γενετική προδιάθεση για τη νόσο του Πάρκινσον, που δεν είχαν όμως συμπτώματα.
Οι επιστήμονες επιβεβαίωσαν τα ευρήματα σε περαιτέρω ιατρικά δεδομένα από 638 άτομα με νόσο του Πάρκινσον και 319 υγιή άτομα από τη Βρετανία, τη Νότια Κορέα και την Τουρκία. Ένα μικρό ποσοστό υγιών ανθρώπων είχε την υπογραφή του μικροβιώματος, γεγονός που υποδηλώνει ότι ενδεχομένως διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης της νόσου, σύμφωνα με το Nature Medicine.
Ωστόσο, δεν είναι σαφές εάν η μικροβιακή υπογραφή οδηγεί στη νόσο του Πάρκινσον ή αντίστροφα, ή και τα δύο, αλλά ο Σαπίρα είπε ότι οι αλλαγές στο μικροβίωμα θα μπορούσαν να μεταβάλουν την παραγωγή μιας πρωτεΐνης που ονομάζεται άλφα-συνουκλεΐνη, η οποία παίζει σημαντικό ρόλο στην καταστροφή των νευρώνων στην ασθένεια.
«Ορισμένα βακτήρια προκαλούν φλεγμονή στο τοίχωμα του εντέρου, που αυξάνει την άλφα-συνουκλεΐνη, η οποία στη συνέχεια μεταφέρεται μέσω του πνευμονογαστρικού νεύρου από το έντερο στον εγκέφαλο και στη συνέχεια στα εγκεφαλικά κύτταρα που επηρεάζονται από τη νόσο του Πάρκινσον», είπε. Το πνευμονογαστρικό νεύρο μεταφέρει πληροφορίες μεταξύ του εγκεφάλου και των κύριων οργάνων.
Για να κατανοήσουν όμως οι επιστήμονες, πώς συνδέονται τα μικρόβια του εντέρου με τη νόσο Πάρκινσον και κατά πόσον η αναμόρφωση του μικροβιώματος θα μπορούσε να προστατεύσει από την ασθένεια, απαιτούνται περαιτέρω εργασίες και κλινικές δοκιμές. Παράλληλα θα χρειαστεί και περαιτέρω έρευνα για το κατά πόσο μπορεί να συμβάλλουν οι διατροφικές αλλαγές. Στη μελέτη, άτομα με την ανώμαλη υπογραφή του μικροβιώματος, έτρωγαν περισσότερα επεξεργασμένα τρόφιμα και κορεσμένα λίπη αντί για φρούτα, λαχανικά, φυτικές ίνες, ψάρια και φακές.
Η Claire Bale, αναπληρώτρια διευθύντρια έρευνας στο Parkinson’s UK, δήλωσε ότι η μελέτη προσθέτει σε αυξανόμενα στοιχεία ότι το μικροβίωμα του εντέρου ήταν σημαντικό στη νόσο Πάρκινσον. «Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι αλλαγές στο μικροβίωμα μπορεί να συμβούν στα πολύ πρώιμα στάδια της πάθησης και ότι η έκταση αυτών των αλλαγών μπορεί να συσχετίζεται με την εξέλιξη της νόσου», είπε.
«Την τελευταία δεκαετία, έχουμε δει τον αντίκτυπο της σωματικής δραστηριότητας στη διαχείριση των συμπτωμάτων και ενδεχομένως στην επιβράδυνση της πορείας της πάθησης. Η αυξανόμενη κατανόησή μας για το μικροβίωμα του εντέρου προσφέρει παρόμοια ελπίδα ότι η τροποποίηση της διατροφής θα μπορούσε να ωφελήσει όσους ζουν με νόσο Πάρκινσον».



























