Η ιβουπροφαίνη είναι ένα από τα πιο γνωστά παυσίπονα παγκοσμίως. Τη χρησιμοποιούμε για πονοκεφάλους, μυϊκούς πόνους και πόνους περιόδου, χωρίς δεύτερη σκέψη. Όμως η επιστήμη αρχίζει να ανακαλύπτει ότι αυτό το απλό φάρμακο μπορεί να κάνει πολύ περισσότερα από το να ανακουφίζει τον πόνο καθώς ίσως επηρεάζει την εμφάνιση ορισμένων μορφών καρκίνου.
Σύγχρονες μελέτες δείχνουν ότι η τακτική χρήση ιβουπροφαίνης συνδέεται με χαμηλότερα ποσοστά καρκίνου του ενδομητρίου και του παχέος εντέρου. Η πιθανή εξήγηση βρίσκεται στη δράση της κατά της φλεγμονής, μιας βιολογικής διαδικασίας που παίζει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη των όγκων.
Πώς λειτουργεί η ιβουπροφαίνη
Η ιβουπροφαίνη ανήκει στα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ). Αυτά τα φάρμακα μπλοκάρουν ένζυμα που ονομάζονται COX, τα οποία ευθύνονται για τη δημιουργία φλεγμονής στον οργανισμό.
Η χρόνια φλεγμονή δεν προκαλεί απλώς πόνο αλλά δημιουργεί ένα περιβάλλον που διευκολύνει την ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων. Η ιβουπροφαίνη φαίνεται να «δυσκολεύει» τη ζωή των καρκινικών κυττάρων και να περιορίζει την ανάπτυξή τους.
Ιβουπροφαίνη και καρκίνος του ενδομητρίου
Σε μεγάλη μελέτη που περιλάμβανε περισσότερες από 42.000 γυναίκες ηλικίας 55–74 ετών, διαπιστώθηκε ότι όσες έπαιρναν τουλάχιστον 30 δισκία ιβουπροφαίνης τον μήνα είχαν έως και 25% χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του ενδομητρίου σε σχέση με όσες έπαιρναν ελάχιστα ή καθόλου.
Ο καρκίνος του ενδομητρίου σχετίζεται έντονα με τη φλεγμονή και τις ορμονικές διαταραχές, ιδιαίτερα σε γυναίκες με παχυσαρκία ή αυξημένα επίπεδα οιστρογόνων. Αυτό κάνει την αντιφλεγμονώδη δράση της ιβουπροφαίνης ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.
Πιθανά οφέλη και σε άλλους καρκίνους
Τα πιθανά οφέλη της ιβουπροφαίνης δεν σταματούν εκεί. Έρευνες έχουν δείξει ότι μπορεί να συνδέεται με χαμηλότερο κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου, του μαστού, του πνεύμονα και του προστάτη.
Σε άτομα που είχαν ήδη εμφανίσει καρκίνο του παχέος εντέρου, η χρήση ιβουπροφαίνης συνδέθηκε με μικρότερο κίνδυνο υποτροπής. Παράλληλα, φαίνεται να επηρεάζει γονίδια που βοηθούν τα καρκινικά κύτταρα να επιβιώνουν και να αντιστέκονται στη θεραπεία, καθιστώντας τα πιο ευάλωτα.
Παρά τις ενθαρρυντικές ενδείξεις, τα αποτελέσματα δεν είναι πάντα ξεκάθαρα. Ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι η μακροχρόνια χρήση ΜΣΑΦ μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να αυξάνει τον κίνδυνο επιπλοκών ή ακόμη και τη θνησιμότητα σε ασθενείς με συγκεκριμένους τύπους καρκίνου.
Επιπλέον, η ιβουπροφαίνη δεν είναι ακίνδυνη. Η συστηματική χρήση της μπορεί να προκαλέσει:
- έλκη και αιμορραγία στο στομάχι
- νεφρική βλάβη
- καρδιαγγειακά προβλήματα
- επικίνδυνες αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα
Γι’ αυτό οι ειδικοί τονίζουν ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως μέσο πρόληψης του καρκίνου χωρίς ιατρική καθοδήγηση.





























