Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Σεβίλλης έφεραν στο φως μια ανησυχητική πραγματικότητα για την υγεία των πιο μικρών παιδιών. Στον οργανισμό όλων των βρεφών και νηπίων που μελέτησαν (ηλικίας από 0 έως 2 ετών) εντοπίστηκαν μολυσματικές ουσίες από περιβαλλοντικούς ρύπους, ακόμη και σε μια μη βιομηχανική, αστική περιοχή της νότιας Ισπανίας, γεγονός που δείχνει πόσο διαδεδομένη και αθόρυβη μπορεί να είναι η έκθεση των παιδιών σε τοξικά στοιχεία.
Σε μια εκτεταμένη μελέτη που παρακολούθησε 100 παιδιά γεννημένα μεταξύ 2020 και 2022 στην περιφέρεια της Σεβίλλης οι επιστήμονες πήραν δείγματα τρίχας από τα μαλλιά τους σε διάφορες χρονικές στιγμές της πρώτης διετίας ζωής τους (6, 12, 18 και 24 μηνών) και ανέλυσαν την παρουσία μετάλλων. Το αποτέλεσμα ήταν εκπληκτικό, σε καθένα από αυτά τα δείγματα εντοπίστηκαν ταυτόχρονα από 2 έως 10 διαφορετικά στοιχεία, με μέσο όρο πάνω από 8 ουσίες ανά παιδί. Ανάμεσα σε αυτά, επτά στοιχεία από τα δέκα που εντοπίστηκαν (χαλκός, ψευδάργυρος, χρώμιο, μόλυβδος, μαγγάνιο, αλουμίνιο και σελήνιο) δεν εμφανίστηκαν απλώς περιστασιακά, αλλά βρέθηκαν σε πάνω από 90% των δειγμάτων.
Ανησυχητικό είναι ότι πολλά από αυτά τα στοιχεία είναι γνωστό ότι μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την ανάπτυξη ενός παιδιού. Το αρσενικό για παράδειγμα, ξεχώρισε για την ισχυρή συσχέτισή του με ελλείμματα σε πολλαπλούς τομείς ανάπτυξης, από την γνωστική και κινητική ικανότητα, μέχρι τη γλωσσική, κοινωνική και προσαρμοστική εξέλιξη. Τέτοια στοιχεία είναι γνωστά για την τοξικότητά τους, ειδικά όταν εισέρχονται σε ευαίσθητους οργανισμούς όπως είναι οι οργανισμοί των βρεφών.
Ο μόλυβδος επίσης συσχετίστηκε με προβλήματα στην ανάπτυξη του λόγου, ενώ στα αγόρια συσσχετίστηκε και με δυσκολίες στην κινητική και γνωστική λειτουργία. Άλλα στοιχεία όπως το αλουμίνιο και το μαγγάνιο έδειξαν γενικά αρνητικές συσχετίσεις με την ανάπτυξη, και μάλιστα με πιο έντονο αντίκτυπο στα μικρά κορίτσια.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι ακόμη και σε περιοχές που δεν χαρακτηρίζονται από έντονη βιομηχανική ρύπανση, τα παιδιά είναι εκτεθειμένα σε μείγματα ρύπων, τα οποία δεν θα πρέπει να εξετάζονται μεμονωμένα αλλά ως σύνολο, λόγω του συνδυαστικού τους φορτίου στον οργανισμό και των πιθανών επιπτώσεών τους στην υγεία και την ανάπτυξη.
Η εργασία υπογραμμίζει την ανάγκη για συστηματικά προγράμματα βιοπαρακολούθησης και για την εφαρμογή δημόσιων πολιτικών που να λαμβάνουν υπόψη την παρουσία τέτοιων σύνθετων μολυσματικών φορτίων ήδη από τη βρεφική ηλικία.
Αυτή η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Environmental Pollution, ανοίγει ένα σημαντικό παράθυρο στην αόρατη, αλλά απτή πραγματικότητα της καθημερινής έκθεσης των παιδιών σε περιβαλλοντικούς ρύπους και μας θυμίζει ότι η προστασία της υγείας των παιδιών δεν είναι κάτι που αφορά μόνο τα νοσηλευτικά περιβάλλοντα ή τα καθαρά τρόφιμα, αλλά τον ίδιο τον αέρα, το νερό και το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουν.



























