Ένα μόνο «ψέκασμα» στη μύτη θα μπορούσε στο μέλλον να προσφέρει ταυτόχρονη προστασία απέναντι σε πολλαπλές λοιμώδεις ασθένειες, όπως η COVID-19, η γρίπη και η πνευμονία. Ερευνητές από το Stanford ανέπτυξαν ένα νέο πειραματικό εμβόλιο, το οποίο χορηγείται ενδορρινικά ως σπρέι και φαίνεται να προσφέρει ευρεία προστασία στους πνεύμονες για αρκετούς μήνες.
Σύμφωνα με τα πρώτα ευρήματα, πρόκειται για μια από τις πιο κοντινές προσεγγίσεις της επιστήμης στη δημιουργία ενός «καθολικού» εμβολίου που θα μπορούσε να καλύπτει ιούς, βακτήρια αλλά και αλλεργιογόνα του αναπνευστικού συστήματος.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Science, πραγματοποιήθηκε σε ποντίκια, στα οποία οι επιστήμονες χορήγησαν το εμβόλιο στη μύτη, είτε σε μία είτε σε πολλαπλές δόσεις σε διάστημα μίας εβδομάδας. Στη συνέχεια, όλα τα ζώα εκτέθηκαν σε αναπνευστικούς ιούς. Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά: τα εμβολιασμένα ποντίκια παρέμειναν προστατευμένα για τουλάχιστον τρεις μήνες, ενώ τα μη εμβολιασμένα παρουσίασαν σοβαρή απώλεια βάρους, φλεγμονή στους πνεύμονες και τελικά κατέληξαν. Αντίθετα, όλα τα εμβολιασμένα επιβίωσαν και διατήρησαν υγιείς πνεύμονες.
Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι το εμβόλιο παρείχε προστασία όχι μόνο απέναντι στον ιό SARS-CoV-2 και άλλους κορωνοϊούς, αλλά και σε βακτήρια όπως το Staphylococcus aureus και το Acinetobacter baumannii, τα οποία συνδέονται συχνά με νοσοκομειακές λοιμώξεις, καθώς και σε κοινά αλλεργιογόνα, όπως τα ακάρεα της οικιακής σκόνης.
Σε αντίθεση με τα συμβατικά εμβόλια που στοχεύουν έναν συγκεκριμένο παθογόνο παράγοντα, το συγκεκριμένο δεν επιτίθεται σε έναν μόνο ιό. Αντίθετα, «εκπαιδεύει» το ανοσοποιητικό σύστημα των πνευμόνων να προσφέρει μια ευρύτερη και πιο γενικευμένη άμυνα απέναντι σε πολλαπλές απειλές.
Όπως εξήγησε ο επικεφαλής της μελέτης Bali Pulendran, η καινοτομία του εμβολίου έγκειται στο ότι επαναπρογραμματίζει τα κύτταρα της έμφυτης ανοσίας, τα οποία ενεργοποιούνται μέσα σε λίγες ώρες από τη μόλυνση. Με αυτόν τον τρόπο, οι πνεύμονες προετοιμάζονται να αντιμετωπίσουν όχι μόνο γνωστούς ιούς αλλά και νέους, που ενδέχεται να εμφανιστούν στο μέλλον. Αν τα αποτελέσματα αυτά επιβεβαιωθούν και στον άνθρωπο, ένα τέτοιο εμβόλιο θα μπορούσε να αντικαταστήσει τα πολλαπλά εμβόλια για εποχικές λοιμώξεις και να αποτελέσει σημαντικό όπλο σε περίπτωση νέας πανδημίας.
Η ιδέα ενός ενδορινικού εμβολίου που θα χορηγείται το φθινόπωρο και θα προστατεύει από μια ευρεία γκάμα αναπνευστικών ασθενειών, συμπεριλαμβανομένων της COVID-19, της γρίπης, του αναπνευστικού συγκυτιακού ιού, του κοινού κρυολογήματος αλλά και της βακτηριακής πνευμονίας, θα μπορούσε να μεταμορφώσει την ιατρική πρακτική. Παράλληλα, η μορφή του σπρέι θεωρείται πιο εύκολη και πιο αποδεκτή από το κοινό σε σχέση με τις ενέσεις.
Ωστόσο, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι τα ευρήματα αυτά αποτελούν ακόμη προκαταρκτικά δεδομένα. Πρόκειται για προκλινική μελέτη σε ζώα, η οποία λειτουργεί ως απόδειξη της ιδέας και όχι ως τελικό προϊόν έτοιμο για χρήση στον άνθρωπο. Απαιτούνται περαιτέρω έρευνες για να διαπιστωθούν η ασφάλεια, η σωστή δοσολογία και η αποτελεσματικότητα του εμβολίου στους ανθρώπους. Ο ίδιος ο Pulendran τόνισε ότι η νέα αυτή προσέγγιση δεν προορίζεται να αντικαταστήσει τα υπάρχοντα εμβόλια, αλλά να τα συμπληρώσει, προσφέροντας ένα επιπλέον επίπεδο προστασίας.
Ανεξάρτητοι ειδικοί, όπως ο Robert H. Hopkins Jr. από το National Foundation for Infectious Diseases, σημειώνουν ότι υπάρχει εδώ και χρόνια ενδιαφέρον για την ανάπτυξη καθολικών εμβολίων, αλλά προειδοποιούν ότι οι ανοσολογικές αντιδράσεις στα ποντίκια δεν ταυτίζονται με εκείνες των ανθρώπων. Θα χρειαστούν πολλά ακόμη στάδια δοκιμών, σημαντική χρηματοδότηση και χρόνια έρευνας προτού διαπιστωθεί αν ένα τέτοιο εμβόλιο μπορεί να είναι ασφαλές και αποτελεσματικό για τον άνθρωπο, τόνισε.
Παρόμοια άποψη εξέφρασε και ο Neil Maniar από το Northeastern University, ο οποίος χαρακτήρισε την ιδέα ενός καθολικού εμβολίου «ριζοσπαστική» για τη δημόσια υγεία, υπογραμμίζοντας όμως ότι απαιτείται ακόμη πολλή δουλειά μέχρι να γίνει πραγματικότητα. Αν και τα πρώτα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά και δημιουργούν αισιοδοξία, η επιστημονική κοινότητα συμφωνεί ότι η πορεία προς την εφαρμογή μιας τέτοιας λύσης είναι μακρά και απαιτητική.
Τα επόμενα βήματα των ερευνητών περιλαμβάνουν δοκιμές σε ανθρώπους, ενώ, εφόσον εξασφαλιστεί η απαραίτητη χρηματοδότηση, εκτιμάται ότι το εμβόλιο θα μπορούσε να είναι διαθέσιμο μέσα στα επόμενα πέντε έως επτά χρόνια. Μέχρι τότε, οι ειδικοί συνιστούν στο κοινό να συνεχίσει να βασίζεται στα ήδη εγκεκριμένα εμβόλια και στις οδηγίες δημόσιας υγείας, καθώς η νέα αυτή τεχνολογία βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης.


























