Σε ασθενείς με στένωση της αορτικής βαλβίδας, που είναι μια συχνή και σοβαρή καρδιολογική πάθηση, έχουν παρατηρηθεί αλλαγές στο εντερικό μικροβίωμα, δηλαδή στα «καλά» και στα «κακά» βακτήρια που ζουν στο πεπτικό σύστημα.
Ωστόσο, αυτό που οι επιστήμονες δεν έχουν κατανοήσει ακόμη πλήρως είναι εάν και πώς αυτές οι αλλαγές επηρεάζονται όταν αποκαθίσταται η καρδιακή λειτουργία μέσω μιας σύγχρονης και ελάχιστα επεμβατικής θεραπείας, της διαδερμικής αντικατάστασης της αορτικής βαλβίδας που ονομάζεται TAVI (Transcatheter Aortic Valve Implantation).
Ακριβώς αυτό προσπαθεί να διερευνήσει μια νέα μελέτη που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Αθήνα, η οποία βασίζεται στην εξής υπόθεση: όταν η καρδιά λειτουργεί καλύτερα μετά την TAVI, βελτιώνεται και η κυκλοφορία του αίματος προς το έντερο.
Αυτό σημαίνει λιγότερη αγγειακή και σπλαχνική «συμφόρηση» και καλύτερη κατάσταση του εντερικού τοιχώματος, κάτι που μπορεί να βοηθήσει τα «καλά» βακτήρια να επανέλθουν σε μια ισορροπία. Με λίγα λόγια, ‘επισκευάζοντας’ την καρδιά, ίσως «βελτιώνεται» και το έντερο.
Η σχέση της καρδιάς με το έντερο δεν είναι καινούργια. Ήδη από τη δεκαετία του ’50 είχε παρατηρηθεί ότι ασθενείς με στένωση αορτικής βαλβίδας εμφάνιζαν συχνότερα γαστρεντερικές αιμορραγίες, ένα φαινόμενο που ονομάστηκε σύνδρομο Heyde. Η παθοφυσιολογία του συνδρόμου φαίνεται να σχετίζεται με επίκτητη ανεπάρκεια ενός παράγοντα που ονομάζεται von Willebrand, μιας πρωτεΐνης που παίζει ρόλο στην πήξη του αίματος και επηρεάζει τη διέλευσή του από τη στενωμένη βαλβίδα.
Πέρα από αυτή τη σύνδεση, η TAVI φαίνεται ότι μπορεί να επηρεάζει και το εντερικό μικροβίωμα μέσω πολλαπλών μηχανισμών, καθώς η βελτίωση της καρδιακής παροχής αυξάνει την αιμάτωση του σπλαχνικού συστήματος, μειώνει τη συμφόρηση και το οίδημα του εντερικού βλεννογόνου και πιθανώς αποκαθιστά την ακεραιότητα του εντερικού φραγμού.
Ωστόσο μέχρι σήμερα, ελάχιστες μελέτες έχουν εξετάσει το εντερικό μικροβίωμα σε αυτό το πλαίσιο, χρησιμοποιώντας κλινικά δεδομένα για την επίδραση της TAVI.
Ο κάθε ασθενής συγκρίνεται με τον…εαυτό του
Η νέα συνεργατική μελέτη που έχει ξεκινήσει από το 2025 και θα εντάξει διαδοχικά 40 ασθενείς μέχρι το 2028, διεξάγεται από την Α΄ Καρδιολογική Κλινική του Ιπποκρατείου Νοσοκομείου Αθηνών και από την ερευνητική ομάδα της Καθηγήτριας Μαρίας Γαζούλη στο Εργαστήριο Βιολογίας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας.
«Ο σχεδιασμός της μελέτης βασίζεται στη σύγκριση κάθε ασθενούς με τον εαυτό του. Συγκρίνουμε τους μικροοργανισμούς του εντέρου κάθε εθελοντή πριν από την επέμβαση TAVI με εκείνους που εντοπίζονται στο έντερο τρεις μήνες μετά. Αυτό είναι σημαντικό, καθώς κάθε άνθρωπος διαθέτει ένα μοναδικό εντερικό μικροβίωμα. Θα εξετάσουμε αν μεταβάλλεται η ποικιλία των εντερικών βακτηρίων, αν αυξάνονται ή μειώνονται συγκεκριμένα είδη και αν αυτές οι αλλαγές σχετίζονται με τη βελτίωση της καρδιακής λειτουργίας», εξηγεί η κα. Γαζούλη.
Στη μελέτη συμμετέχουν ενήλικες που πληρούν τα κριτήρια για TAVI, ενώ αποκλείονται όσοι εμφανίζουν παράγοντες που επηρεάζουν ανεξάρτητα το μικροβίωμα, όπως είναι η πρόσφατη χρήση αντιβιοτικών ή προβιοτικών, τα φλεγμονώδη νοσήματα εντέρου, η σοβαρή νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια, ενεργές λοιμώξεις, καρκίνος υπό θεραπεία ή η κατάχρηση ουσιών.
Στο πλαίσιο της μελέτης συλλέγονται επίσης δημογραφικά και κλινικά δεδομένα, καθώς και πληροφορίες για συννοσηρότητες όπως υπέρταση, διαβήτης και καρδιακή ανεπάρκεια.
Η μελέτη των βακτηρίων πραγματοποιείται με σύγχρονες εργαστηριακές μεθόδους και με μεθόδους βιοπληροφορικής για να καταγραφεί πόσο «πλούσιο» και ισορροπημένο είναι το εντερικό μικροβίωμα. Ταυτόχρονα, διενεργούνται και εξετάσεις αίματος, όπου μετριέται και ένας δείκτης που ονομάζεται TMAO (ένα μεταβολικό υποπροϊόν που σχηματίζεται από τα βακτήρια του εντέρου κατά την πέψη συγκεκριμένων τροφών), ο οποίος φαίνεται να σχετίζεται με την υγεία της καρδιάς, αν και τα αποτελέσματα των μελετών δεν είναι πάντα ξεκάθαρα.
Κατόπιν, οι ερευνητές αναλύουν τα δεδομένα για να αναγνωρίσουν την ποικιλία του μικροβιώματος σε κάθε δείγμα αλλά και τις διαφορές μεταξύ των δειγμάτων πριν και μετά την επέμβαση. Εξετάζουν επίσης αν αυτές οι αλλαγές συνδέονται με τη λειτουργία της καρδιάς και με άλλους δείκτες του οργανισμού. Παράλληλα, προσπαθούν να λάβουν υπόψη παράγοντες που μπορεί να επηρεάζουν τα αποτελέσματα, ώστε τα συμπεράσματα να είναι όσο το δυνατόν πιο αξιόπιστα.
Την ίδια ώρα, η καρδιακή λειτουργία παρακολουθείται με υπερηχογράφημα, καταγράφοντας βασικούς δείκτες, όπως το κλάσμα εξώθησης και το άνοιγμα της αορτικής βαλβίδας. Ταυτόχρονα, αξιολογείται και η διατροφή των ασθενών μέσω ενός ερωτηματολογίου μεσογειακής δίαιτας, καθώς η διατροφή επηρεάζει σημαντικά το εντερικό μικροβίωμα.
Η μελέτη πραγματοποιείται σε δύο στάδια, πριν από την επέμβαση TAVI και τρεις μήνες μετά. Στο πρώτο στάδιο συλλέγονται όλα τα δεδομένα και τα δείγματα, ενώ στο δεύτερο επαναλαμβάνονται οι ίδιες εξετάσεις, ώστε να καταγραφούν οι μεταβολές.
«Το χρονικό διάστημα των τριών μηνών επιλέχθηκε επειδή σε αυτό το διάστημα αρχίζουν να διαφαίνονται πιθανές αλλαγές στο μικροβίωμα. Σε περίπτωση λήψης αντιβιοτικών μετά την επέμβαση η επανεξέταση καθυστερεί ώστε να μην επηρεαστούν τα αποτελέσματα», προσθέτει η κα. Γαζούλη.
Η μελέτη έχει λάβει όλες τις απαραίτητες εγκρίσεις και γίνεται με βάση διεθνείς κανόνες ασφάλειας και δεοντολογίας και παρότι είναι σχετικά μικρή και λαμβάνει χώρα σε ένα μόνο νοσοκομείο, θεωρείται ένα σημαντικό πρώτο βήμα.
Οι επιστήμονες ελπίζουν ότι τα ευρήματα θα ανοίξουν τον δρόμο για μεγαλύτερες μελέτες και, ενδεχομένως, για πιο εξατομικευμένες θεραπευτικές προσεγγίσεις.
«Δεν αποκλείεται στο μέλλον να δούμε παρεμβάσεις που θα συνδυάζουν καρδιολογική θεραπεία με διατροφικές οδηγίες ή ακόμη και με στοχευμένες παρεμβάσεις στο εντερικό μικροβίωμα», σημειώνει η Ελληνίδα επιστήμονας.
Και ίσως, τελικά, η φροντίδα της καρδιάς να περνά, έστω και εν μέρει, και από το έντερο.




























