Πρόκειται για μια κλινική δοκιμή που φιλοδοξεί να αλλάξει το παιχνίδι στο bypass της καρδιάς, βελτιώνοντας όχι μόνο τη διάρκεια ζωής των μοσχευμάτων αλλά και την ποιότητα ζωής των ασθενών μετά την επέμβαση.
Το bypass αποτελεί εδώ και δεκαετίες μια σωτήρια λύση για άτομα με στεφανιαία νόσο, καθώς αποκαθιστά τη ροή του αίματος προς την καρδιά παρακάμπτοντας φραγμένες αρτηρίες ή αρτηρίες με στένωση. Για τη δημιουργία αυτής της νέας οδού ροής του αίματος οι καρδιοχειρουργοί χρησιμοποιούν συνήθως μία αρτηρία και δύο ή περισσότερες φλέβες ως μοσχεύματα για να δημιουργήσουν ένα νέο αγγείο που «παρακάμπτει» τις φραγμένες στεφανιαίες αρτηρίες, αποκαθιστώντας την παροχή αίματος στην καρδιά.
Το πρόβλημα είναι ότι οι φλέβες δεν είναι σχεδιασμένες από τη φύση τους για να αντέχουν τη συνεχή υψηλή πίεση της ροής του αίματος από την καρδιά, με αποτέλεσμα, μέσα στα χρόνια που ακολουθούν την επέμβαση, τα μοσχεύματα να παχαίνουν, να στενεύουν ή ακόμη και να φράζουν προκαλώντας στηθάγχη, καρδιακά επεισόδια ή καρδιακή ανεπάρκεια. Περίπου οι μισοί ασθενείς αντιμετωπίζουν αυτό το πρόβλημα εντός δέκα ετών από την επέμβαση, πράγμα που σημαίνει ότι η στηθάγχη τους μπορεί να επανεμφανιστεί.
Σε ακριβώς αυτό το κρίσιμο σημείο έρχεται να δώσει η νέα γονιδιακή θεραπεία που δοκιμάστηκε στο πλαίσιο της μελέτης PROTECT, με επικεφαλής το NHS Greater Glasgow and Clyde και το Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης, σε συνεργασία με το NHS Golden Jubilee και το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου.
Η θεραπεία βασίζεται στην εισαγωγή ενός γονιδίου στη φλέβα που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως μόσχευμα, το οποίο ενισχύει την παραγωγή της πρωτεΐνης TIMP-3. Η συγκεκριμένη πρωτεΐνη βοηθά τους ιστούς να αλλάξουν τη δομή τους και, σύμφωνα με τους επιστήμονες, υψηλότερα επίπεδά της μπορούν να αποτρέψουν την πάχυνση και την απόφραξη του αγγείου με την πάροδο του χρόνου.
Το πραγματικά καινοτόμο στοιχείο εδώ είναι ο τρόπος χορήγησης της θεραπείας. Οι ερευνητές ανέπτυξαν μια μέθοδο με την οποία η γονιδιακή θεραπεία εφαρμόζεται απευθείας στο μόσχευμα κατά τη στιγμή της χειρουργικής επέμβασης, αφού η φλέβα αφαιρεθεί από το πόδι του ασθενούς και πριν τοποθετηθεί στην καρδιά. Έτσι, η αγωγή δρα στοχευμένα στον ιστό που τη χρειάζεται, με ακρίβεια, με ασφάλεια και με αποτελεσματικότητα.
Με άλλα λόγια το μόσχευμα ‘θεραπεύεται’ επί τόπου κατά τη στιγμή της επέμβασης bypass, με την ασφαλή χορήγηση της γονιδιακής θεραπείας στον ιστό πριν από την τοποθέτηση του στην καρδιά.
Η γονιδιακή θεραπεία TIMP-3 έχει αναπτυχθεί από την ομάδα εδώ και αρκετά χρόνια και έχει παραχθεί ως τελικό προϊόν μέσω συνεργασίας με το NHS Greater Glasgow and Clyde ως συν-χορηγό της κλινικής δοκιμής, τους χρηματοδότες της δοκιμής και άλλους συνεργάτες, με αποκορύφωμα την έναρξη της κλινικής δοκιμής.
Ο πρώτος ασθενής που έλαβε τη θεραπεία είναι ένας 73χρονος Σκωτσέζος, συνταξιούχος οδηγός φορτηγού και παππούς τριών παιδιών από το Stornoway στο Isle of Lewis. Ο συνταξιούχος υπέστη καρδιακή προσβολή στο σπίτι του στις αρχές Αυγούστου του 2025 και μεταφέρθηκε αεροπορικώς στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Golden Jubilee στο Clydebank, όπου υποβλήθηκε σε καρδιοχειρουργική επέμβαση. Κατά τη διάρκεια του bypass οι χειρουργοί χρησιμοποίησαν φλέβα από το πόδι του, η οποία πριν μεταμοσχευθεί είχε υποβληθεί στη γονιδιακή θεραπεία TIMP-3 μέσω ιικού φορέα.
Τα αποτελέσματα της ανάρρωσής του 73χρονου είναι εντυπωσιακά. Ο ίδιος δηλώνει ότι αισθάνεται «στην κορυφή του κόσμου», με περισσότερη ενέργεια και με σαφώς βελτιωμένες σωματικές αντοχές. Λίγες μόλις εβδομάδες μετά το εξιτήριό του, μπορούσε να κάνει βόλτες, σήμερα οδηγεί ξανά και ανεβοκατεβαίνει σκάλες χωρίς δυσκολία και κοιμάται καλύτερα από ποτέ. Όπως λέει χαρακτηριστικά, νιώθει πολύ καλύτερα ακόμη και από τότε που έλαβε στεντ στην καρδιά, πριν από 13 χρόνια, ενώ δηλώνει βαθιά ευγνώμων στην ιατρική και ερευνητική ομάδα που του χάρισε πίσω την ποιότητα ζωής του.
Οι επιστήμονες μιλούν τώρα για ένα συναρπαστικό ορόσημο στην καρδιαγγειακή έρευνα. Τονίζουν ότι η συγκεκριμένη γονιδιακή θεραπεία αποτελεί το αποτέλεσμα περισσότερων από είκοσι ετών συλλογικής και διεπιστημονικής δουλειάς και ότι, αν αποδειχθεί αποτελεσματική σε βάθος χρόνου, θα μπορούσε να παρατείνει σημαντικά τη διάρκεια ζωής των μοσχευμάτων, να μειώσει την ανάγκη για επαναλαμβανόμενες επεμβάσεις και να χαρίσει στους ασθενείς περισσότερα υγιή χρόνια ζωής.
Ο καθηγητής Άντριου Μπέικερ, Πρόεδρος Μεταφραστικών Καρδιαγγειακών Επιστημών του British Heart Foundation στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και ακαδημαϊκός επικεφαλής της μελέτης, δήλωσε: «Είμαι εξαιρετικά ευγνώμων στο Συμβούλιο Ιατρικής Έρευνας και στο Βρετανικό Ίδρυμα Καρδιολογίας που βοήθησαν την ομάδα να μετατρέψει αυτήν την εργαστηριακή ανακάλυψη σε κλινική αξιολόγηση. «Έχουμε αντιμετωπίσει πολλές προκλήσεις, αλλά η διεπιστημονική μας ομάδα και οι χρηματοδότες μας συνεργάστηκαν και επέτρεψαν στη δοκιμή να γίνει πραγματικότητα».
Η κλινική δοκιμή υποστηρίζεται από σημαντικούς φορείς, όπως το Συμβούλιο Ιατρικής Έρευνας και το Βρετανικό Ίδρυμα Καρδιάς, καθώς και από πανεπιστήμια και οργανισμούς γονιδιακής και κυτταρικής θεραπείας στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Παρότι η μελέτη βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, οι ερευνητές εκφράζουν συγκρατημένη αισιοδοξία ότι τα αποτελέσματά της θα μπορούσαν να αλλάξουν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται το bypass στο μέλλον.
Για τον 73χρονο, πάντως, το όφελος είναι ήδη απτό. Και όπως ο ίδιος λέει, αν η συμμετοχή του σε αυτή τη δοκιμή μπορεί να βοηθήσει όχι μόνο τον ίδιο αλλά και χιλιάδες άλλους ανθρώπους τα επόμενα χρόνια, τότε άξιζε που πήρε την απόφαση.
Πηγή: University of Edinburgh




























