Η παραγόμενη στο ήπαρ αλβουμίνη ή λευκωματίνη, γνωστή μέχρι σήμερα κυρίως για τον ρόλο της στη μεταφορά ουσιών και στη διατήρηση της ισορροπίας των υγρών στον οργανισμό, αποκτά έναν νέο, απρόσμενο ρόλο, καθώς λειτουργεί ως φυσικό «τείχος άμυνας» απέναντι σε έναν από τους πιο επιθετικούς και θανατηφόρους μύκητες που απειλούν τον άνθρωπο.
Αυτή την ανακάλυψη έκανε μια ομάδα επιστημόνων από το Πανεπιστήμιο Κρήτης, και το Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ), με επικεφαλής τον καθηγητή Γιώργο Χαμηλό, σε συνεργασία με ερευνητικά ιδρύματα από την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και την Ινδία.
Τα αποτελέσματα της μελέτης τους, που δημοσιεύθηκαν στο έγκριτο περιοδικό Nature, δείχνουν ότι η αλβουμίνη προστατεύει τον οργανισμό από τη μουκορμυκητίαση, μια σπάνια αλλά εξαιρετικά επικίνδυνη μυκητιακή λοίμωξη με ποσοστά θνησιμότητας που αγγίζουν το 50%.
Η μουκορμυκητίαση, γνωστή και ως «μαύρος μύκητας», μπήκε ξαφνικά στη ζωή μας το 2021, όταν εξαπλώθηκε στην Ινδία μετά το δεύτερο κύμα της COVID-19. Πρόκειται για μια λοίμωξη που εξελίσσεται αστραπιαία όταν τα σπόρια των μυκήτων εισέρχονται στον οργανισμό με την αναπνοή ή μέσω τραυμάτων και αρχίζουν να καταστρέφουν τους γύρω ιστούς, προκαλώντας χαρακτηριστικό μαύρισμα του δέρματος, συχνά μέσα σε λίγες μόνο ώρες. Παρότι οι μύκητες αυτοί υπάρχουν παντού στο περιβάλλον, ο κίνδυνος νόσησης αυξάνεται δραματικά μόνο σε άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό, διαβήτη ή υποβαθμισμένη υγεία.
Εκεί ακριβώς φαίνεται ότι παίζει καθοριστικό ρόλο η αλβουμίνη. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι ασθενείς με μουκορμυκητίαση έχουν εντυπωσιακά χαμηλά επίπεδα αυτής της πρωτεΐνης στο αίμα τους, πολύ χαμηλότερα από ασθενείς με άλλες σοβαρές μυκητιάσεις. Μάλιστα, όσο πιο χαμηλή είναι η αλβουμίνη, τόσο χειρότερη είναι η πρόγνωση, ανεξάρτητα από τη χώρα ή την ήπειρο. Σε εργαστηριακά πειράματα, όταν η αλβουμίνη αφαιρέθηκε από το αίμα υγιών ανθρώπων, οι μύκητες άρχισαν να αναπτύσσονται ανεξέλεγκτα. Το ίδιο συνέβη και σε πειραματόζωα με έλλειψη αλβουμίνης, τα οποία αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ευάλωτα στη λοίμωξη. Αντίθετα, η χορήγησή της επανέφερε την άμυνα του οργανισμού.
Η ομάδα ανακάλυψε ότι ο μηχανισμός δράσης της αλβουμίνης έναντι των μυκήτων οφείλεται στα δεσμευμένα στο μόριό της ελεύθερα λιπαρά οξέα που παίζουν κρίσιμο ρόλο στην άμυνα του οργανισμού. Αυτά τα μικρά μόρια δεσμεύονται από την αλβουμίνη, η οποία τα προστατεύει από την οξείδωση, έτσι μπορούν να εισέλθουν στον μύκητα και να τον εμποδίσουν να ενεργοποιήσει γονίδια που είναι απαραίτητα για την ανάπτυξή του. Οι οροί ασθενών με μουκορμύκωση εμφανίζουν πολύ αυξημένα επίπεδα οξειδωμένων λιπιδίων, γεγονός που εξηγεί την αυξημένη τους ευαλωτότητα στη λοίμωξη. Επιπλέον, τα λιπίδια που μεταφέρονται από την αλβουμίνη αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών στους μύκητες Mucorales, καταστέλλοντας έτσι την παραγωγή κρίσιμων μολυσματικών παραγόντων και καθιστώντας το παθογόνο ανίκανο να προκαλέσει νόσο.
Η ανακάλυψη αυτή αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε την αλβουμίνη, όχι απλώς ως έναν «μεταφορέα» στο αίμα, αλλά ως βασικό σύμμαχο του ανοσοποιητικού μας. Η ομάδα του κ. Χαμηλού σε συνεργασία με Κορυφαίο Αιματολογικό Κέντρο της Ευρώπης ετοιμάζει τη 2η φάση μελέτης στην οποία θα συμπεριλάβει αιματολογικούς ασθενείς με πολύ χαμηλά επίπεδα αλβουμίνης, στους οποίους θα χορηγήσει μετά από τυχαιοποίηση αλβουμίνη, με σκοπό την αποκατάσταση των επιπέδων του ορού, και θα εξετάσει την ανοσολογική τους απόκριση.
Σε έναν κόσμο όπου οι επιλογές για την αντιμετώπιση της μουκορμυκητίασης παραμένουν ελάχιστες, μια τόσο «ταπεινή» πρωτεΐνη του αίματος ίσως αποδειχθεί το πιο ισχυρό μας όπλο.





























