Επιστήμη

Τα κορίτσια του στρατού υποφέρουν από χρόνιο πόνο, διαπιστώνει μελέτη

Τα κορίτσια του στρατού υποφέρουν από χρόνιο πόνο, διαπιστώνει μελέτη Φωτογραφία: unsplash
Μια νέα μελέτη με επικεφαλής ερευνητές από το Χάρβαρντ αποκαλύπτει ότι οι γυναίκες που υπηρετούν στον στρατό, αλλά και τα μέλη της οικογένειας στρατιωτικών αντιμετωπίζουν σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης χρόνιου πόνου.

Οι Αμερικανίδες εν ενεργεία στρατιωτίνες που υπηρέτησαν σε περιόδους στρατιωτικών εντάσεων (2006–2013) αντιμετωπίζουν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης χρόνιου πόνου σε σύγκριση με αυτές που υπηρέτησαν σε άλλες χρονικές περιόδους, σύμφωνα με μια νέα μελέτη ερευνητών στο Brigham and Women' s Hospital, που είναι το δεύτερο μεγαλύτερο πανεπιστημιακό νοσοκομείο του Χάρβαρντ και το μεγαλύτερο νοσοκομείο στην περιοχή Longwood στη Βοστώνη της Μασαχουσέτης.

Η μελέτη διαπίστωσε επίσης ότι οι γυναίκες σύντροφοι ή σύζυγοι εν ενεργεία στρατιωτικών και ειδικότερα αυτών που υπηρέτησαν κατά την περίοδο 2006-2013 είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν χρόνιο πόνο. Τα αποτελέσματα δημοσιεύονται στο JAMA Network Open.

«Από την στρατιωτική μου θητεία είχα μια αίσθηση του στρες που προκαλούν στους στρατιωτικούς και στις οικογένειές τους οι επαναλαμβανόμενες αποστολές. Ωστόσο, με εξέπληξε το μέγεθος της επίδρασης που παρατηρήσαμε εδώ, ιδιαίτερα μεταξύ των γυναικών συντρόφων ή συζύγων εν ενεργεία στρατιωτικών. Αυτό υπογραμμίζει μια παραμελημένη πτυχή του συστήματος υγείας που πρέπει να αναγνωριστεί ειδικά για τους στρατιωτικούς», εξηγεί σε σχετικό δελτίο τύπου ο πρώτος συγγραφέας της μελέτης Andrew Schoenfeld, χειρούργος ορθοπεδικός.

Ο χρόνιος πόνος - μια οδυνηρή κατάσταση που επιμένει για μήνες έως χρόνια - μπορεί να μειώσει σημαντικά την ποιότητα ζωής κάποιας/κάποιου. Σύμφωνα με τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC), από το 2021,  το 20,9% των ενηλίκων των ΗΠΑ παρουσίασαν χρόνιο πόνο . Αυτή η κατάσταση είναι επίσης δαπανηρή, τόσο για τα άτομα όσο και για το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης, λόγω της συνεχούς ανάγκης για θεραπεία και της τεράστιας απώλειας της
παραγωγικότητας. Στις ΗΠΑ, ο χρόνιος πόνος είναι μία από τις κύριες αιτίες αναπηρίας στον πληθυσμό που βρίσκεται σε παραγωγική ηλικία, επηρεάζοντας έως και 100 εκατομμύρια άτομα. Η θεραπεία του χρόνιου πόνου και οι επιπτώσεις του, συμπεριλαμβανομένvn της εξάρτησης από οπιοειδή, του εθισμού, της κατάχρησης ουσιών και της απώλειας παραγωγικότητας, έχουν ως αποτέλεσμα ένα ετήσιο κόστος ύψους 560- 635 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο υπερβαίνει τις δαπάνες υγειονομικής περίθαλψης που σχετίζονται με τις καρδιακές παθήσεις και τον καρκίνο μαζί.

Ο χρόνιος πόνος είναι επίσης ένα πιεστικό ζήτημα για τους βετεράνους των ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων ο επιπολασμός αυτής της πάθησης έχει τεκμηριωθεί ότι είναι αρκετές φορές υψηλότερος από τον γενικό πληθυσμό. Διαγνώσεις χρόνιου πόνου, μαζί με καταστάσεις όπως μετατραυματικό στρες, άγχος και κατάχρηση ουσιών, έχει βρεθεί ότι είναι υψηλότερες μεταξύ των ατόμων που εκτίθενται σε μάχη. Αυτό είναι σημαντικό, καθώς ο στρατός των ΗΠΑ ολοκλήρωσε πρόσφατα τη μεγαλύτερη παρατεταμένη περίοδο έκθεσης σε μάχη στην ιστορία του (2001-2021). Αυτό το χρονικό πλαίσιο συνέπεσε επίσης με αυξημένο αριθμό γυναικών που μπήκαν στον στρατό με αποτέλεσμα να υπάρχουν τώρα περισσότερες γυναίκες βετεράνοι μάχης από οποιαδήποτε άλλη στιγμή στην ιστορία των ΗΠΑ. Η πολλαπλή ανάπτυξη του στρατού σε ζώνες μάχης έχει δυσμενείς επιπτώσεις στις εν ενεργεία γυναίκες στρατιωτικούς, αλλά και σε γυναίκες των οποίων ο σύζυγος ή ο σύντροφος είναι εν ενεργεία στρατιωτικός. Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται μόνο στον κίνδυνο πραγματικού τραυματισμού στη μάχη, αλλά συμπεριλαμβάνουν και δευτερογενείς επιδράσεις από ψυχολογικό στρες, άγχος και συναισθηματικό τραύμα. Ωστόσο, ο αντίκτυπος αυτών στην ανάπτυξη χρόνιου πόνου σε γυναίκες στρατιωτικούς και σε γυναίκες συζύγους στρατιωτικών δεν ήταν επαρκώς μελετημένος.

Οι ερευνητές διεξήγαγαν τώρα μια μελέτη κοόρτης χρησιμοποιώντας δεδομένα από το Military Health System Data Repository, εστιάζοντας σε εν ενεργεία γυναίκες στρατιωτικούς και σε γυναίκες συζύγους και συντρόφους εν ενεργεία στρατιωτικών σε όλα τα σώματα, στον στρατό, στην Πολεμική Αεροπορία, στο Ναυτικό και στους Πεζοναύτες. Η μελέτη περιλάμβανε αρχεία υγείας από 3.473.401 άτομα ηλικίας 18 έως 64 ετών, από το 2006 έως το 2020.

Η μελέτη χώρισε τα αρχεία σε δύο περιόδους, μία από το 2006 έως το 2013, που χαρακτηρίζεται από πιο έντονη συμμετοχή σε στρατιωτικά γεγονότα (π.χ. πόλεμος στο Αφγανιστάν και το Ιράκ) και μία άλλη από το 2014 έως το 2020 με σημαντικά μικρότερη έκθεση. Άτομα που είχαν διαγνωστεί με χρόνιο πόνο πριν υπηρετήσουν στον στρατό αποκλείστηκαν.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το 9,3% των γυναικών είχαν διαγνωστεί με χρόνιο πόνο. Η σύγκριση αυτών των αρχείων αποκάλυψε σημαντικά υψηλότερα ποσοστά χρόνιου πόνου (14,8% μεταξύ των ενεργεία γυναικών στον στρατό και 11,3% μεταξύ των γυναικών συζύγων ή συντρόφων στρατιωτικών) από το 2006 έως το 2013 συγκριτικά με την περίοδο 2014 έως το 2020 (7,1% και 3,7% αντίστοιχα). Συγκεκριμένα, οι εν ενεργεία γυναίκες του στρατού από το 2006 έως το 2013 είχαν κατά 53% υψηλότερη πιθανότητα εμφάνισης χρόνιου πόνου σε σχέση με αυτές από το 2014 έως το 2020.

Η μελέτη βρήκε επίσης συσχετίσεις μεταξύ του χρόνιου πόνου και παραγόντων όπως η ψυχική υγεία και η κοινωνικοοικονομική κατάσταση, μεταξύ των ενεργεία γυναικών στον στρατό και των γυναικών συζύγων ή συντρόφων στρατιωτικών που υπηρετούν στον στρατό ή στο Σώμα Πεζοναυτών.

«Οι πληθυσμοί από μειονεκτικά οικονομικά υπόβαθρα και εκείνοι με προϋπάρχουσες παθήσεις ψυχικής υγείας, συχνά αντιμετωπίζουν περισσότερα εμπόδια στην πρόσβαση σε ιατρικές και συμπεριφορικές υπηρεσίες υγείας, τα οποία μπορεί να επιδεινώσουν και να παρατείνουν τον πόνο τους», σημείωσε ο Schoenfeld.

Ένας περιορισμός αυτών των ευρημάτων είναι ότι βασίζονται σε δεδομένα ισχυρισμών, τα οποία εμπόδισαν τους ερευνητές να πάρουν απευθείας συνεντεύξεις από πάσχοντες για να κατανοήσουν πλήρως τις συνθήκες και τα συμπτώματα του χρόνιου πόνου. «Δεν διαθέτουμε δεδομένα σχετικά με τις τοποθεσίες ή τη διάρκεια ανάπτυξης πόνου, τον τύπο της μάχης ή τη φύση συγκεκριμένων τραυματισμών που προκλήθηκαν ως αποτέλεσμα μάχης», λένε οι ερευνητές.

Ο Schoenfeld και οι συνεργάτες του στοχεύουν τώρα να αξιολογήσουν τη χρήση συνταγογραφούμενων οπιοειδών μεταξύ των ενεργεία στρατιωτικών και των μελών των οικογενειών τους που ζουν με χρόνιο πόνο. Ελπίζουν περαιτέρω να
πραγματοποιήσουν μια μελέτη παρατήρησης για να κατανοήσουν καλύτερα τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της υπηρέτησης στον στρατό στην υγεία.