Την ώρα που η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με τη σοβαρότερη δημογραφική κρίση των τελευταίων δεκαετιών, ο δημόσιος διάλογος στην Αθήνα κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μια στενή λογιστική προσέγγιση για το μέλλον της πόλης. Μέσα σε μόλις δεκατέσσερα χρόνια η χώρα έχασε δημογραφικά περισσότερους από 562.000 ανθρώπους, καθώς οι θάνατοι ξεπέρασαν τις γεννήσεις. Η Ελλάδα γερνά. Και μαζί της γερνούν και οι δημόσιες υποδομές της. Η σύνδεση των δύο φαινομένων δεν είναι θεωρητική. Είναι απολύτως πραγματική και αποτυπώνεται με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο στα σχολεία της Αθήνας.
Σήμερα, το 76% των σχολικών κτιρίων του Δήμου Αθηναίων είναι ηλικίας άνω των 40 ετών. Περισσότερα από τα μισά, το 53%, έχουν ξεπεράσει τα 50 χρόνια ζωής, ενώ 17 σχολικά κτίρια λειτουργούν σε εγκαταστάσεις ηλικίας μεγαλύτερης του ενός αιώνα. Πρόκειται για στοιχεία που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση και αναδεικνύουν το μέγεθος της πρόκλησης που αντιμετωπίζει η πρωτεύουσα. Η συζήτηση «να φτιάξουμε τα σχολεία» δεν είναι υπόθεση που λύνεται ούτε μέσα σε ένα χρόνο ούτε μέσα σε μία αυτοδιοικητική θητεία. Έχει κατ’ ελάχιστο ορίζοντα το 2050. Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η συζήτηση για το δάνειο που θα χρηματοδοτήσει την αναβάθμιση των σχολικών υποδομών δεν είναι μια τεχνική ή λογιστική υπόθεση. Είναι βαθιά πολιτική επιλογή. Είναι επιλογή για το αν η Αθήνα θα επενδύσει στο μέλλον ή αν θα συνεχίσει να αναβάλει τις αναγκαίες αποφάσεις.
Ο Κώστας Μπακογιάννης και η παράταξη του επέλεξαν να καταψηφίσουν το δάνειο, υποστηρίζοντας ότι αυξάνει το χρέος του Δήμου και δεσμεύει οικονομικά την πόλη για τα επόμενα χρόνια. Η ανησυχία για τα οικονομικά του Δήμου είναι εύλογη. Όμως η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από το κόστος μιας επένδυσης. Κρίνεται και από το κόστος της αδράνειας.
Γιατί υπάρχει ένα ερώτημα που παραμένει αναπάντητο: ποια είναι η εναλλακτική; Να παραμείνουν τα σχολεία στην κατάσταση που βρίσκονται; Να συνεχίσουμε να συντηρούμε κτίρια δεκαετιών με αποσπασματικές παρεμβάσεις; Να περιμένουμε μια αόριστη μελλοντική χρηματοδότηση χωρίς εξασφαλισμένους πόρους και χωρίς συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα;
Όταν η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν έδωσε τους αναγκαίους πόρους στην Τοπική Αυτοδιοίκηση μέσα από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, όταν η χρηματοδότηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης από τον κρατικό προϋπολογισμό παραμένει χαμηλή και δεν μπορεί να καλύψει τέτοιες ανάγκες, όταν το περίφημο Τέλος Ανθεκτικότητας στην Κλιματική Κρίση κατευθύνεται στον κρατικό προϋπολογισμό και δεν επιμερίζεται και στο ταμείο της αυτοδιοίκησης όπως ομόφωνα έχει ψηφίσει η ΚΕΔΕ, όταν το Τέλος Παρεπιδημούντων δεν μπορεί να αυξηθεί πέραν ενός ορίου για να αποδοθεί στους ΟΤΑ, τότε ποια είναι η λύση;
Η εμπειρία δείχνει ότι, όταν αναβάλλεις αναγκαίες επενδύσεις, το κόστος δεν εξαφανίζεται. Συσσωρεύεται. Και τελικά επιστρέφει πολλαπλάσιο. Το πιο κρίσιμο όμως είναι κάτι άλλο. Σε μια χώρα που χάνει πληθυσμό με δραματικούς ρυθμούς, κάθε δημόσια πολιτική πρέπει να αξιολογείται και μέσα από το πρίσμα του δημογραφικού. Οι νέες οικογένειες δεν αποφασίζουν πού θα ζήσουν μόνο με βάση το ύψος του ενοικίου ή του εισοδήματος. Αξιολογούν το σχολείο της γειτονιάς, τις δημόσιες υπηρεσίες, την ποιότητα των υποδομών, το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Τι Αθήνα θέλουν όσοι αρνούνται ή εμποδίζουν αυτή την πολιτική;
Η αναβάθμιση των σχολείων δεν λύνει από μόνη της το δημογραφικό πρόβλημα. Είναι όμως αναπόσπαστο κομμάτι μιας στρατηγικής που θέλει να κρατήσει τους νέους ανθρώπους στην πόλη και να στηρίξει την οικογένεια. Δεν μπορείς να μιλάς για δημογραφική ανασυγκρότηση και ταυτόχρονα να αποδέχεσαι ότι τα τρία στα τέσσερα σχολεία της πρωτεύουσας έχουν ηλικία άνω των σαράντα ετών.
Γι’ αυτό και η συζήτηση για το δάνειο δεν πρέπει να γίνεται με όρους μικροπολιτικής αντιπαράθεσης, όπως πολλές φορές κάνει στο Δημοτικό Συμβούλιο η παράταξη του κ.Μπακογιάννη. Πρέπει να γίνεται με όρους προτεραιοτήτων. Αν ένα δάνειο αφορά έργα βιτρίνας, η κριτική είναι απολύτως θεμιτή. Όταν όμως αφορά σχολεία, ενεργειακή αναβάθμιση, ασφάλεια μαθητών και βελτίωση των συνθηκών εκπαίδευσης χιλιάδων παιδιών, τότε μιλάμε για επένδυση με ισχυρό κοινωνικό και αναπτυξιακό αποτύπωμα.
Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «δάνειο ή όχι δάνειο». Το πραγματικό δίλημμα είναι αν θα αφήσουμε στις επόμενες γενιές μια πόλη με σχολεία του περασμένου αιώνα ή μια πόλη που πιστεύει στο μέλλον της. Αν θα κληροδοτήσουμε ένα χρέος εγκατάλειψης ή μια παρακαταθήκη σύγχρονων δημόσιων υποδομών. Σε μια Ελλάδα που γερνά, η αναβάθμιση των σχολείων δεν είναι πολυτέλεια. Είναι πράξη ευθύνης. Γιατί το μεγαλύτερο χρέος που μπορούμε να αφήσουμε στα παιδιά μας είναι να τους στερήσουμε τις υποδομές που δικαιούνται και το μέλλον που αξίζουν.
(Ο Κώστας Ζαχαριάδης είναι Επικεφαλής της Δημοτικής Παράταξης Ανοιχτή Πόλη)

























