«Άκουσα προχθές τον Κυριάκο Μητσοτάκη στη συνάντησή του με τον Εμμανουέλ Μακρόν να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει στα πυρηνικά, επιστρέφοντας σε μια συζήτηση της δεκαετίας του ’50» σχολιάζει ο Αλέξης Χαρίτσης στην κυριακάτικη ανάρτησή του.
«Πόσο αναγκαία είναι, όμως, σήμερα η στροφή σε μια τεχνολογία που είναι συνυφασμένη με καταστροφή μεγάλης κλίμακας; Πόσο την χρειάζεται μια χώρα με ανεξάντλητο ήλιο και άνεμο, που ταυτόχρονα όμως είναι και μια από τις πιο σεισμογενείς χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο; Και γιατί τελικά επιλέγουμε να ξεχνάμε;» προσθέτει.
{https://www.facebook.com/acharitsis/posts/pfbid028RiVCY9GVN9941RNsZhjbUMjrmhyHJGH36R6EEy4fLY8XVcKtPsPqvR5U13cQntPl}
Η ανάρτηση του Αλέξη Χαρίτση:
«Ανήκω σε μια γενιά για την οποία η έκρηξη του τέταρτου πυρηνικού αντιδραστήρα στο Τσέρνομπιλ – σαν σήμερα, ακριβώς 40 χρόνια πριν – δεν είναι απλώς ένα ιστορικό γεγονός, αλλά μια μακρινή μεν αλλά βαθιά εντυπωμένη αίσθηση.
Θυμάμαι τον πανικό, τις απαγορεύσεις, την αίσθηση ότι κάτι αόρατο απειλεί τα πάντα.
Το Τσέρνομπιλ, βέβαια, δεν ήταν η αρχή.
Είχε προηγηθεί το Three Mile Island.
Και δεν ήταν και το τέλος.
Ακολούθησε, εξαιτίας μιας ισχυρότατης σεισμικής δόνησης, η Φουκουσίμα.
Κάθε φορά, το ίδιο ερώτημα επιστρέφει: πόσο ασφαλής είναι μια τεχνολογία της οποίας το ρίσκο μπορεί να γίνει υπαρξιακό;
Άκουσα προχθές τον Κυριάκο Μητσοτάκη στη συνάντησή του με τον Εμμανουέλ Μακρόν να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει στα πυρηνικά, επιστρέφοντας σε μια συζήτηση της δεκαετίας του ’50.
Πόσο αναγκαία είναι, όμως, σήμερα η στροφή σε μια τεχνολογία που είναι συνυφασμένη με καταστροφή μεγάλης κλίμακας;
Πόσο την χρειάζεται μια χώρα με ανεξάντλητο ήλιο και άνεμο, που ταυτόχρονα όμως είναι και μια από τις πιο σεισμογενείς χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο;
Και γιατί τελικά επιλέγουμε να ξεχνάμε;
Ό,τι περιγράφει ο κύριος Μητσοτάκης ως ρεαλισμό δεν αντέχει σε σοβαρή εξέταση ούτε πολιτικά, ούτε οικονομικά, ούτε χρονικά.
Τα πυρηνικά δεν είναι φθηνά.
Ένας μικρός αντιδραστήρας μπορεί να κοστίσει δισεκατομμύρια για λίγη σχετικά ισχύ ενέργειας, ενώ απαιτούνται επιπλέον δαπάνες για ασφάλεια και αποξήλωση. Ενώ η ασφαλής διαχείριση των αποβλήτων, που απαιτείται να γίνει σε βάθος δεκαετιών, είναι ακόμα ένα άλυτο πρόβλημα.
«Φθηνό ρεύμα», λοιπόν, υπάρχει μόνο αν αγνοήσεις αυτά τα κόστη.
Δεν είναι, επίσης, έγκαιρη λύση.
Από τη λήψη απόφασης μέχρι τη λειτουργία μπορεί να περάσουν 10–15 χρόνια σε χώρες που έχουν ήδη υποδομή. Για μια χώρα χωρίς εμπειρία και υποδομές, μιλάμε για ακόμη περισσότερο χρόνο. Δηλαδή καμία επίδραση στο κόστος ενέργειας σήμερα ή στην επόμενη δεκαετία.
Τα πυρηνικά δεν λύνουν το ελληνικό πρόβλημα. Στην Ελλάδα ήδη χάνονται σημαντικές ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές επειδή δεν υπάρχουν επαρκή δίκτυα και συστήματα αποθήκευσης, ενώ οι απώλειες στα κτίρια και τις μεταφορές είναι από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη λόγω των απαρχαιωμένων υποδομών.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι να παράγουμε περισσότερο ρεύμα, αλλά να αξιοποιήσουμε αυτό που ήδη παράγουμε.
Όταν μια επιλογή είναι τόσο ακριβή, τόσο χρονοβόρα και τόσο επικίνδυνη, δεν απαντά στο βασικό πρόβλημα. Δεν συνιστά ρεαλιστική στρατηγική.
Γιατί λοιπόν ανοίγει τώρα αυτή τη συζήτηση ο Πρωθυπουργός;
Πρώτον, γιατί του επιτρέπει να υπεκφεύγει πολιτικά μεταθέτοντας τη συζήτηση για την ενεργειακή στρατηγική στο μέλλον.
Ο κ. Μητσοτάκης, όμως, χρειάζεται να απαντήσει για το κόστος ενέργειας σήμερα. Για το γεγονός ότι η Ελλάδα σήμερα έχει μια από τις υψηλότερες τιμές ρεύματος στην Ευρώπη.
Δεύτερον, γιατί ταιριάζει σε ένα μοντέλο μεγάλων έργων και συγκεντρωμένης ισχύος. Τα πυρηνικά δεν είναι ενεργειακή πολιτική για πολλούς. Είναι πολιτική για λίγους: διακρατικές συμφωνίες, μεγάλοι ιδιωτικοί όμιλοι, εισαγωγές. Δηλαδή ακριβώς το μοντέλο που ακολουθεί η ΝΔ.
Τρίτον, γιατί δημιουργεί γεωπολιτική ευθυγράμμιση μέσω εξάρτησης.
Η συζήτηση δεν ανοίγει τυχαία δίπλα στον Εμ. Μακρόν, την προσοχή του οποίου επιζητά με άγχος ο πρωθυπουργός. Είναι μια επιλογή που κουμπώνει με τις προτεραιότητες της Γαλλίας και της ευρωπαϊκής πυρηνικής βιομηχανίας.
Και τέλος, γιατί λειτουργεί επικοινωνιακά.
Η πυρηνική ενέργεια παρουσιάζεται ως «τεχνολογικό άλμα», ως κάτι μεγάλο και σύγχρονο. Καλύπτει έτσι την απροθυμία να λυθούν τα πιο «πεζά», αλλά απολύτως κρίσιμα και αναγκαία: δίκτυα μεταφοράς και διανομής, αποθήκευση και συστήματα συσσώρευσης, επενδύσεις σε περιβαλλοντικά συμβατές και οικονομικά επωφελείς τεχνολογίες.
Όσοι παρακολουθήσατε την τηλεοπτική σειρά «Τσέρνομπιλ» ίσως θυμάστε μια κεντρική φράση που επαναλαμβάνεται:
«Ποιο είναι το κόστος των ψεμάτων;»
Δεν τίθεται ως ηθικό ερώτημα.
Τίθεται ως περιγραφή του πώς ένα σύστημα φτάνει στην καταστροφή αρνούμενο να αποδεχθεί την πραγματικότητα».





























