Την αντίθεση του στα μέτρα που ανακοίνωσε το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης για την αντιμετώπιση του αφθώδους πυρετού στη Λέσβο εξέφρασε το ΚΚΕ, αναφέροντας ότι η πολιτικές της κυβέρνησης οδηγούν τους κτηνοτρόφους στην απόγνωση.
Οι εξαγγελίες του υπουργού Σχοινά παραπέμπουν σε «μελλοντικές συναντήσεις» με την Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς να ανακοινώνονται άμεσες αποζημιώσεις για το γάλα. Παράλληλα, δεν γίνεται καμία ουσιαστική αναφορά στην ανάγκη αναπλήρωσης του εισοδήματος που χάνεται από τη μη σφαγή των αμνοεριφίων το Πάσχα, ενώ και όσα ειπώθηκαν για μια «μερική» άρση της απαγόρευσης στα τυροκομικά παραμένουν ασαφή, χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο ή χρονοδιάγραμμα. Επιπλέον, συνεχίζεται η άρνηση για εφαρμογή εμβολιασμού που θα μπορούσε να προστατεύσει το ζωικό κεφάλαιο, με αιτιολογία που συνδέεται με τις απαιτήσεις της εξαγωγικής αγοράς της φέτας, χωρίς να συνοδεύεται από δεσμεύσεις για πλήρη στήριξη των παραγωγών και αποκατάσταση των κοπαδιών με κρατική ευθύνη.
Την ίδια στιγμή, αντί για ουσιαστική ενίσχυση των υπηρεσιών, επιλέγονται προσωρινές λύσεις, όπως μετακινήσεις προσωπικού, ενώ παραμένει το χρόνιο πρόβλημα της έλλειψης μόνιμων κτηνιάτρων στο νησί.
Από την πλευρά των αγροτοκτηνοτρόφων, τα αιτήματα είναι σαφή και αφορούν άμεσα την επιβίωσή τους: να διασφαλιστεί ότι η παραγωγή γάλακτος δεν θα χαθεί και θα μπορεί να διακινηθεί κανονικά, να επιτραπεί η διάθεση των τυροκομικών προϊόντων και εκτός Λέσβου, να δοθούν πλήρεις αποζημιώσεις και ουσιαστική αναπλήρωση του χαμένου εισοδήματος, καθώς και να καλυφθούν τα αυξημένα κόστη που προκύπτουν από τις συνθήκες καραντίνας.
Επιπλέον, ζητείται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την προστασία και την ανασυγκρότηση της κτηνοτροφίας, με εμβολιασμούς, κρατική χρηματοδότηση για την αποκατάσταση των κοπαδιών, αλλά και μέτρα οικονομικής ανακούφισης, όπως αναστολή υποχρεώσεων προς τράπεζες και δημόσιο. Καθοριστικής σημασίας θεωρείται και η ενίσχυση των δημόσιων κτηνιατρικών υπηρεσιών με μόνιμο προσωπικό, ώστε να υπάρχει επαρκής κάλυψη και πρόληψη.
Συνολικά, το ζήτημα δεν αφορά μόνο διαχειριστικές κινήσεις, αλλά την ανάγκη για ουσιαστική στήριξη των ανθρώπων της παραγωγής, με συγκεκριμένα μέτρα που να ανταποκρίνονται στις πραγματικές τους ανάγκες.






























