Δεν υπάρχει ίσως κανένα άλλο Σύνταγμα που να καθορίζει με τόση λεπτομέρεια τη διαδικασία διορισμού κυβέρνησης, όπως το ελληνικό Σύνταγμα στο άρθρο 37. Αυτό προφανώς οφείλεται στις αρνητικές εμπειρίες της ελληνικής συνταγματικής ιστορίας και στις αντιθεσμικές παρεμβάσεις του βασιλιά στους διορισμούς των κυβερνήσεων και των υπουργών τους. Για μια ακόμη φορά, η συνταγματική ιστορία καθορίζει και τη διατύπωση του ισχύοντος Συντάγματος. Το εάν η τόσο λεπτομερειακή διατύπωση της διαδικασίας διορισμού κυβέρνησης δικαιολογείται υπό το ισχύον πολίτευμα της προεδρευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας όπου έχουμε αιρετό αρχηγό του Κράτους και όχι κληρονομικό βασιλιά, είναι μια άλλη ιστορία. Σημασία σήμερα έχει να κατανοήσουμε τη διαδικασία που περιγράφεται στο ισχύον Σύνταγμα και να αξιοποιήσουμε τα ερμηνευτικά του «κοιτάσματα», αυτά δηλαδή που δεν είναι ορατά εκ πρώτης όψεως αλλά προκύπτουν από την τελολογική και συστηματική του ερμηνεία.
Καταρχάς και σύμφωνα με το άρθρο 37 του Συντάγματος, «Πρωθυπουργός διορίζεται ο αρχηγός του κόμματος το οποίο διαθέτει στη βουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών». Εάν δηλαδή ένα κόμμα κερδίσει 151 έδρες στη Βουλή (πετύχει αυτό που αποκαλούμε «αυτοδυναμία»), τότε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι υποχρεωμένος να διορίσει τον αρχηγό του ως πρωθυπουργό. Εάν αντιθέτως κανένα κόμμα δεν κερδίσει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών στη Βουλή, τότε αρχίζει η διαδικασία των διερευνητικών εντολών στα τρία μεγαλύτερα κόμματα. Ειδικότερα, «ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέχει στον αρχηγό του κόμματος που διαθέτει τη σχετική πλειοψηφία διερευνητική εντολή για να διακριβωθεί η δυνατότητα σχηματισμού Κυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής … Αν δεν διαπιστωθεί αυτή η δυνατότητα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέχει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του δεύτερου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος και εάν δεν τελεσφορήσει και αυτή, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίνει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του τρίτου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος. Κάθε διερευνητική εντολή ισχύει για τρεις ημέρες».
Μέχρι και τη διαδικασία των διερευνητικών εντολών, ο ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι τυποποιημένος. Εκεί που αρχίζει ο ουσιαστικός του ρόλος, είναι στην περίπτωση που οι διερευνητικές εντολές δεν τελεσφορήσουν. Τότε, «ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καλεί τους αρχηγούς των κομμάτων και, αν επιβεβαιωθεί η αδυναμία σχηματισμού Κυβέρνησης που να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής, επιδιώκει το σχηματισμό Κυβέρνησης από όλα τα κόμματα της Βουλής για τη διενέργεια εκλογών και σε περίπτωση αποτυχίας αναθέτει στον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου το σχηματισμό Κυβέρνησης, όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής, για να διενεργήσει εκλογές, και διαλύει τη Βουλή». Με απλά λόγια, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαβουλεύεται με τους αρχηγούς των κοινοβουλευτικών κομμάτων και επιδιώκει τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας που απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Μόνο εάν αυτό δεν καταστεί δυνατό, διαλύεται η Βουλή και διενεργούνται νέες εκλογές από «εκλογική» κυβέρνηση, είτε από όλα τα κόμματα της Βουλής είτε από κυβέρνηση όσον το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής υπό την πρωθυπουργία του Προέδρου ενός εκ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων.
Τι σημαίνουν όλα τα ανωτέρω για τη λειτουργία του πολιτεύματος και τον ρόλο των πολιτειακών παραγόντων κατά τον σχηματισμό κυβέρνησης; Το Σύνταγμα ευνοεί, όπου είναι δυνατόν, τον σχηματισμό κυβέρνησης, είτε αυτοδύναμης είτε συνεργασίας περισσοτέρων κομμάτων. Αυτό προκύπτει ήδη από το άρθρο 37 του Συντάγματος που επιφορτίζει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με την προσπάθεια σχηματισμού κυβέρνησης εάν αποτύχουν οι τρεις διερευνητικές εντολές. Η προσπάθεια αυτή δεν πρέπει να εκληφθεί ως μια τυπική διαδικασία. Είναι μια από τις λίγες ουσιαστικές αρμοδιότητες που έχουν απομείνει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (ιδίως ύστερα από τη συνταγματική αναθεώρηση του 1986). Η λογική του Συντάγματος προς την κατεύθυνση του σχηματισμού κυβέρνησης και την αποφυγή εκλογών προκύπτει και από το ότι το Σύνταγμα επιτρέπει και την «κυβέρνηση ανοχής» με πλειοψηφία 120 και πλέον βουλευτών που στηρίζεται στην ανοχή κάποιων κοινοβουλευτικών κομμάτων: «Πρόταση εμπιστοσύνης δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αν δεν εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών, η οποία όμως δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα δύο πέμπτα του όλου αριθμού των βουλευτών» (άρθρο 84 παρ. 6).
Βέβαια, εάν δεν μπορεί να σχηματιστεί κυβέρνηση που να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής, η διενέργεια νέων εκλογών, ακόμα και επανειλημμένων, αποτελεί μονόδρομο από συνταγματική άποψη. Κάτι τέτοιο δεν αποτελεί, από πολιτική άποψη, την καλύτερη λύση, αφού στις περιπτώσεις αυτές ένα μέρος του εκλογικού σώματος δεν ψηφίζει με βάση το τι πραγματικά θέλει, αλλά αυτό που θα αποτρέψει την παρατεταμένη ακυβερνησία. Αλλά, όπως έχει ήδη ειπωθεί, στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα!
(Ο Σπύρος Βλαχόπουλος είναι Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ)





























