Ο υπουργός εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, παραχώρησε συνέντευξη στον ΣΚΑΪ, τονίζοντας για το Παλαιστινιακό ότι: «Βεβαίως και θα υπάρξει αναγνώριξη του κράτους της Παλαιστίνης».
Ακόμη, ο ίδιος αναφέρθηκε στην οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών λέγοντας ότι: «Η Ελλάδα λέει ναι στον διάλογο, ναι στο πνεύμα διαβούλευσης, αλλά όχι σε υποχωρήσεις».
Αναλυτικά η συνέντευξη:
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Το λέγαμε και στην αρχή της εκπομπής. Έχει πολλά ανοικτά μέτωπα μπροστά του το Υπουργείο Εξωτερικών και ο κ. Γεραπετρίτης. Και ένα από τα πολύ σημαντικά είναι η Σύνοδος των Ηνωμένων Εθνών, στις 22 Σεπτεμβρίου. Εκεί, όπου θα είναι και ο κ. Γεραπετρίτης και ο Έλληνας Πρωθυπουργός. Και περιμένουμε όλοι να δούμε τι θα γίνει και σε αυτή την αναμενόμενη συνάντηση με τον κ. Erdogan. Καλό μεσημέρι κ. Γεραπετρίτη.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Θερμές ευχαριστίες για την πρόσκληση. Πράγματι καλά τα είπατε, έχουμε μπροστά μας πολλές ανοιχτές προκλήσεις. Το βασικό είναι ότι πέρα από τα συνήθη της εξωτερικής πολιτικής και της διπλωματίας, τα οποία είναι εν πολλοίς αναμενόμενα ή τέλος πάντων μέσα στο εύρος των πραγμάτων που μπορούμε να αναμένουμε, πλέον η διεθνής αρένα είναι εντελώς απρόβλεπτη. Βλέπετε, ξυπνάς με επιθέσεις drones σε ξένη χώρα. Υπάρχουν επιθέσεις, οι οποίες γίνονται ανά τον κόσμο. Έχουμε περισσότερες από 100 ένοπλες συρράξεις, είναι μία απρόβλεπτη διεθνής αρένα.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Εμείς έχουμε συνηθίσει να έχουμε και έναν απρόβλεπτο γείτονα.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Έχουμε πολλούς απρόβλεπτους ηγέτες, οι οποίοι βεβαίως ερείδονται στα δικά τους συμφέροντα, επιδιώκουν πάντοτε να μεγιστοποιήσουν τα δικά τους ωφελήματα. Και πολλές φορές αυτό λειτουργεί σε βάρος και της πολυμέρειας, δηλαδή της λειτουργίας των διεθνών οργανισμών, όπως του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, τον οποίο θα επισκεφθούμε για τη Γενική Συνέλευση την επόμενη εβδομάδα. Είναι η τακτική Γενική Συνέλευση του Σεπτεμβρίου, εκεί όπου συγκεντρώνονται οι 195 του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, η μεγαλύτερη σύναξη, η οποία γίνεται στη διεθνή διπλωματία.
Φέτος, νομίζω με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, θα είναι η πρώτη παρουσία της δεύτερης θητείας του Προέδρου Trump. Θα είναι επίσης υπό τη σκιά δύο πολύ μεγάλων πολέμων, οι οποίοι εξακολουθούν να μαίνονται στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή. Οι εξελίξεις, παρά τις προσπάθειες τις ειρηνευτικές, τις διαμεσολαβητικές που γίνονται, δεν είναι ευοίωνες. Άρα, αυτή τη στιγμή έχουμε πολλά ανοικτά μέτωπα και δυστυχώς μια διεθνή πολυμέρεια, η οποία υποχωρεί. Οι διεθνείς οργανισμοί δυστυχώς δεν έχουν φανεί ότι μπορούν να παράσχουν τις αναγκαίες καλές υπηρεσίες και πολλές φορές βλέπουμε να υποκαθίστανται από τις μεγάλες χώρες που μεσολαβούν για να μπορέσουμε να έχουμε μια πιο ήρεμη κατάσταση.
Εμείς θα έχουμε πολλές συναντήσεις, θα υπάρχει ομιλία του Πρωθυπουργού βεβαίως στη Γενική Συνέλευση. Πολύ μεγάλος αριθμός συναντήσεων διμερών. Υπάρχουν διεθνή fora, όπως είναι για παράδειγμα η Διεθνής Διάσκεψη για τη λύση των δύο κρατών.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Εδώ όμως, Υπουργέ, έχετε δεχτεί κριτική για τη στάση της χώρας στο θέμα της Παλαιστίνης και της αναγνώρισης του κράτους. Μια σύντομη απάντηση για αυτό για να μπορέσουμε να συζητήσουμε και για αυτήν την αναμενόμενη συνάντηση του κ. Μητσοτάκη με τον κ. Erdogan.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Για το Παλαιστινιακό, θα μου επιτρέψετε να πω ότι η κριτική είναι άδικη. Η Ελλάδα είναι κατ’ εξοχήν πρωτοστάτης σε ό,τι αφορά την ανθρωπιστική διάσταση στην Παλαιστίνη. Έχουμε αναλάβει μεγάλες πρωτοβουλίες, είμαστε σε απόλυτο συντονισμό με την Παλαιστινιακή Αρχή. Εμείς είμαστε εκείνοι, οι οποίοι από τους Ευρωπαίους έχουμε τη μεγαλύτερη στήριξη στην Παλαιστινιακή Αρχή. Ειδικά για το παλαιστινιακό κράτος, να σας πω ότι η στάση μας είναι σαφής. Θεωρούμε ότι βεβαίως και θα πρέπει να υπάρξει ένα κράτος της Παλαιστίνης. Αυτό όμως πρέπει να προκύψει μέσα από μία πολιτική διαδικασία. Έχει αποδειχθεί ότι οι μονομερείς αναγνωρίσεις δεν έχουν εισφέρει καθόλου στην πολιτική διαδικασία. Άρα εμείς είμαστε πολύ σαφείς. Βεβαίως και θα υπάρξει αναγνώριση του κράτους της Παλαιστίνης. Θα γίνει στον χρόνο εκείνο που θα είναι όσο το δυνατόν πιο ωφέλιμος και υπό τη σκέπη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Γεραπετρίτη, κάθε χρόνο στη Συνέλευση του ΟΗΕ περιμένουμε να δούμε τη συνάντηση του Πρωθυπουργού με τον Τούρκο Πρόεδρο. Κατ’ αρχάς θέλω να ρωτήσω αν έχετε εικόνα πότε αυτή θα γίνει. Και αν με όλα αυτά, τα οποία έχουν συμβεί, μιλάμε για μια εθιμοτυπική συνάντηση ή μία επί της ουσίας συνάντηση, όπου θα πέσουν στο τραπέζι και τα καυτά θέματα.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Να επισημάνω ότι την τελευταία διετία οι συναντήσεις μεταξύ των δύο ηγετών έχουν περιλάβει τη μορφή μιας μεγαλύτερης κανονικότητας. Παλαιότερα, πράγματι, όταν είχαν συνάντηση οι ηγέτες Ελλάδας και Τουρκίας, αυτό ήταν από μόνο του είδηση. Νομίζω ότι πλέον έχουμε μετέλθει ένα άλλο στάδιο, πιο κανονικό για γειτονικές χώρες. Βεβαίως αντιλαμβάνομαι ότι, με τα ιστορικά βάρη, κάθε φορά που βρίσκονται παράγεται μία σοβαρή είδηση. Θέλω να πω ότι υπάρχει πρόθεση και από τους δύο να υπάρξει συνάντηση. Προσπαθούμε να βρούμε τον κατάλληλο χρόνο, διότι ο προγραμματισμός δεν είναι εύκολος, δεν συμπίπτουν οι ομιλίες των δύο στη Γενική Συνέλευση. Ευελπιστώ όμως ότι θα υπάρξει ο κατάλληλος χρονισμός για να έχουμε την συνάντηση.
Δεν πρόκειται προφανώς να είναι εθιμοτυπική. Πάντοτε συζητούνται τα θέματα, τα οποία είναι και της επικαιρότητας, τα οποία ανακύπτουν. Όπως έχουμε πει, με την Τουρκία υπάρχει ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο διαλόγου. Το πλαίσιο αυτό είναι ο δομημένος διάλογος που γίνεται για τα πολιτικά, για την οικονομική Θετική Ατζέντα και για τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Συνεχίζουμε μία πολύ βασική στάση που είναι ότι, αναγνωρίζοντας τις υποκείμενες διαφορές μας, παρά ταύτα μπορούμε να συζητούμε, έτσι ώστε να μην παράγονται κρίσεις.
Η αλήθεια είναι ότι τον τελευταίο χρόνο είχαμε πολλά σημαντικά γεγονότα, τα οποία συνέβησαν και τα οποία διαμορφώνουν και ένα άλλο πλαίσιο. Από εκεί και πέρα, εγώ αισθάνομαι ότι είναι χρήσιμο και αναγκαίο πάντοτε, ηγέτες δύο γειτονικών χωρών που έχουν διαχρονικά προβλήματα να συναντώνται και να προσπαθούν να διατηρούν διαύλους επικοινωνίας.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Τα νερά - το παραδέχτηκε και ο κ. Μητσοτάκης στη Θεσσαλονίκη - δεν είναι το ίδιο ήρεμα, όπως ήταν παλαιότερα. Ειδικά τους τελευταίους μήνες. Υπάρχει ο κίνδυνος σε αυτή τη συνάντηση να ταραχθούν ακόμη περισσότερο; Όταν η Ελλάδα έχει προχωρήσει με τα οικόπεδα νοτίως της Κρήτης, είχαμε την Chevron, όταν δηλώνει σε όλους τους τόνους ότι το καλώδιο Ισραήλ-Κύπρος-Ελλάδα θα γίνει, με τα περιστατικά που είχαμε στο παρελθόν, όταν δηλώνει η ελληνική πλευρά ότι θα μπει βέτο στη συμμετοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα SAFE; Όλα αυτά μπορούν να διαμορφώσουν ένα σκηνικό που αυτή η συνάντηση μπορεί και να ναυαγήσει; Μπορεί να δούμε πάλι τα νερά να ταράζονται με τυχόν δηλώσεις από την πλευρά του κ. Erdogan;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Χαίρομαι γιατί με απαλλάξατε από την ανάγκη να αναφερθώ σε όλα όσα σημαντικά έχουν γίνει για την αναβάθμιση της θέσης της Ελλάδας. Η πραγματικότητα είναι ότι έχουν γίνει πολλά. Και ξέρετε, η εξωτερική πολιτική έχει κάτι που είναι αδιάψευστο. Και αυτό είναι η πραγματικότητα. Έχει αναβαθμιστεί σημαντικά η θέση μας στις θάλασσες κι αυτό είναι κάτι αδιάψευστο. Η Τουρκία αντιδρά και είναι εύλογο να αντιδρά. Έχει μια δικιά της αντίληψη για τις αξιώσεις που έχει στην Ανατολική Μεσόγειο. Εμείς θα επιμείνουμε σε κάτι, το οποίο είχαμε πει εξαρχής. Η Ελλάδα δεν πρόκειται να συζητήσει ποτέ θέματα κυριαρχίας και δεν πρόκειται να προβεί σε καμία παραχώρηση. Ναι στον διάλογο, ναι στο πνεύμα διαβούλευσης, αλλά όχι σε υποχωρήσεις. Αναβαθμίζουμε τη θέση μας. Δεν πρόκειται να πτοηθούμε από το γεγονός ότι οι άλλοι προβάλλουν αξιώσεις. Το ίδιο συμβαίνει και με τις αξιώσεις που μπορεί να έχουμε από τη Λιβύη. Παρά ταύτα, έχουμε μια πολύ σταθερή πολιτική. Πιστεύουμε ότι με τον διάλογο μπορεί να εξευρεθούν βιώσιμες λύσεις. Δεν αισθανόμαστε ότι θα δημιουργηθεί κρίση από αυτά και πάντοτε υπάρχει και ο δρόμος, τον οποίο προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο, που είναι η διεθνής δικαιοδοσία. Εάν η Τουρκία θεωρεί ότι σε ό,τι αφορά το μέρος των οριοθετήσεων των θαλασσίων ζωνών, της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και της υφαλοκρηπίδας, υπάρχει ένα θέμα διαφωνίας μεταξύ των δύο χωρών, υπάρχει πάντοτε ο δρόμος του Διεθνούς Δικαστηρίου.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΣ: Κύριε Γεραπετρίτη, να έρθουμε λίγο και στη σχέση μας με τη Λιβύη, γιατί συναντηθήκατε με τον υιό Haftar. Θα συναντηθείτε και με τον ασκούντα χρέη Υπουργού Εξωτερικών της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας της Λιβύης. Ήθελα να ρωτήσω συγκεκριμένα. Έχουμε μία ημερομηνία που θα ξεκινήσουν τα τεχνικά κλιμάκια να συζητάνε, έτσι ώστε να δούμε λίγο να προχωράμε σε αυτό το πεδίο;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Ναι, θα έχουμε πάρα πολύ άμεσα την έναρξη των συζητήσεων των τεχνικών επιτροπών για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών, στο πολύ άμεσο διάστημα. Εγώ θα υποδεχθώ την επόμενη εβδομάδα τον Υπουργό Εξωτερικών της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας της Λιβύης. Ήδη έχουμε κάνει ανάλογες συζητήσεις και με την ανατολική Λιβύη. Η Ελλάδα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα, η οποία συζητά στο υψηλότερο επίπεδο με τις ηγεσίες των δύο πλευρών.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Μπορούμε να υποθέσουμε ότι τον Οκτώβριο θα είναι σε εξέλιξη αυτή η συζήτηση πλέον;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Μπορείτε να το υποθέσετε, αλλά είναι μόνο υπόθεση. Είναι σημαντική η επίσκεψη, την οποία θα έχουμε την επόμενη εβδομάδα. Είναι εκπεφρασμένη βούληση της κυβέρνησης στη δυτική Λιβύη να ξεκινήσουν οι συζητήσεις αυτές, οπότε είναι μία βάσιμη υπόθεση αυτή, την οποία κάνετε. Θέλω να πω μία κουβέντα για τη Λιβύη διότι - σωστά είπατε - ακούω την κριτική για το ότι η Λιβύη προβάλλει αξιώσεις, ότι έχουμε χάσει το έρεισμά μας στη Λιβύη. Η άποψη είναι σαφής και πάλι ερείδεται σε πραγματικά δεδομένα. Το είπα προηγουμένως. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα, η οποία συζητά στο υψηλότερο επίπεδο. Αναφέρομαι στην επίσκεψη, την οποία έκανα εγώ ο ίδιος και στις δύο πλευρές. Έχουμε καταφέρει και έχουμε ελαχιστοποιήσει τις παράτυπες μεταναστευτικές ροές από τη Λιβύη. Δεν έχει υπάρξει εξέλιξη σε ό,τι αφορά την κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου, μολονότι υπάρχει η προβλεπόμενη πίεση και αναπτύσσουμε διαρκώς τις σχέσεις μας με τις δύο πλευρές. Ξέρετε, το να μπορέσουμε να έχουμε μία λειτουργική σχέση με τη Λιβύη δεν είναι εύκολο. Η Λιβύη δεν είναι μία εύκολη χώρα, επειδή επικρατεί αυτός ο de facto διχασμός και επειδή επικρατούν συνθήκες πολύ μεγάλης πίεσης. Διότι νοτίως της Λιβύης, στην Υποσαχάρια Αφρική, αυτή τη στιγμή μαίνονται εμφύλιοι πόλεμοι, άρα υπάρχουν και μεταναστευτικές πιέσεις. Παρά ταύτα, έχουμε καταφέρει και έχουμε μία σχέση, η οποία είναι καλή, λειτουργική και νομίζω ότι μπορεί να αναβαθμιστεί.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Και θα ήθελα και μία λίγο πιο πολιτική ερώτηση από τα τρέχοντα πολιτικά ζητήματα και ένα ζήτημα που άνοιξε από μία απάντηση του κυρίου Μητσοτάκη στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου. Εκεί ρωτήθηκε για τον κ. Σαμαρά. Ο Πρωθυπουργός έδειξε να ρίχνει γέφυρες, να κάνει κάποια ανοίγματα προς την πλευρά του πρώην Πρωθυπουργού, του οποίου η κριτική, η σκληρή κριτική που οδήγησε και στη διαγραφή, είχε να κάνει με τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, βάλλοντας μάλιστα ειδικά εναντίον σας. Θα ήθελα ένα σχόλιο από τη δική σας πλευρά για αυτό το άνοιγμα του κ. Μητσοτάκη προς τον κ. Σαμαρά και αν θεωρείτε ότι έχει και πιθανότητες επιτυχίας μετά τα όσα έχουν ειπωθεί όλο αυτόν τον καιρό.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Σέβομαι ιδιαιτέρως τον κ. Σαμαρά, τη συμβολή του στη χώρα και την πορεία του στη Νέα Δημοκρατία. Έχει μία διαφορετική προσέγγιση σε ό,τι αφορά τα εθνικά ζητήματα. Είμαι πεπεισμένος ότι, εάν καθίσουμε και συζητήσουμε για τα θέματα αυτά - πού ήμασταν πριν από δύο χρόνια με την Τουρκία και πού είμαστε σήμερα στο πεδίο, στα επιχειρήματά μας, πού ήμασταν με τη Λιβύη και πού είμαστε σήμερα, πού ήμασταν στο διεθνές πεδίο, στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και πού είμαστε σήμερα - νομίζω θα καταλήξουμε αντικειμενικά και αμερόληπτα ότι όχι μόνο δεν έχουν υπάρξει υποχωρήσεις, αλλά αντιθέτως το διεθνές αποτύπωμα της χώρας σήμερα είναι πιο ισχυρό από ποτέ.
Και σε αυτό νομίζω η πολύ πρόσφατη και νωπή εξέλιξη, με την απτή εκδήλωση ενδιαφέροντος της Chevron, πιστοποιεί το γεγονός ότι έχουμε μία άριστη σχέση, παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα, με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Άρα νομίζω ότι, επειδή η εξωτερική πολιτική είναι ένα θέμα γεγονότων και όχι υποθέσεων και εικασιών, έχω την αίσθηση ότι και με τον κ. Σαμαρά θα μπορούσε να υπάρξει μία συζήτηση, η οποία θα ήταν παραγωγική. Από την άλλη πλευρά, εκείνο, το οποίο θέλω να τονίσω, είναι ότι η εξωτερική πολιτική, τα εθνικά θέματα, δεν προσφέρονται για μία εύπεπτη προσέγγιση ή κριτική. Θα πρέπει να γίνεται πάντοτε επί τη βάσει επιχειρημάτων. Και επιχειρημάτων, τα οποία να αναφέρονται στο πεδίο και όχι στη θεωρία.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Ήταν μεγάλη μου χαρά. Σας ευχαριστώ πολύ.

























