Το ιστορικό, γνωστό: κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς αναλαμβάνει την εξουσία με βασική του δέσμευση και υπόσχεση την ανατροπή της μνημονιακής πολιτικής. Η συνέχεια, επίσης, γνωστή: σύγκρουση, κλείσιμο τραπεζών, δημοψήφισμα, υπαναχώρηση, υπογραφή νέου μνημονίου, αριστερή μνημονιακή διακυβέρνηση, αναγνώριση της Βόρειας Μακεδονίας, ήττα στις εκλογές του 2019 όπου όμως ο ΣυΡιζΑ συγκρατεί 31,53% των ψηφοφόρων, εκ νέου ήττα το 2023 με ποσοστό 17,83%, εκ νέου ήττα στις Ευρωεκλογές με ποσοστό 14,92%, αλλαγή ηγεσίας, διασπάσεις, εκλογή Κασσελάκη, περαιτέρω διασπάσεις και σήμερα δημοσκοπικά ποσοστά στο 7,7% (η τελευταία δημοσκόπηση της ALCO).
O ΣυΡιζΑ λοιπόν κατέρρευσε. Από τα σπλάχνα του όμως έχουν προκύψει η «Λαϊκή Ενότητα» του Παναγιώτη Λαφαζάνη, το «Μέρα-25» του Βαρουφάκη, η «Νέα Αριστερά» του Χαρίτση, η «Πλεύση Ελευθερίας» της Ζωής Κωνσταντοπούλου και πρόσφατα το κόμμα Κασσελάκη.
Αυτά στην Ελλάδα: ταυτόχρονα όμως σε ολόκληρο τον κόσμο (στις ΗΠΑ, στη Γερμανία, στην Αυστρία, στην Ιταλία) τα κόμματα της Αριστεράς κατέγραψαν τον τελευταίο χρόνο τα χαμηλότερα ποσοστά τους.
Μία μεγάλη συζήτηση για τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης Αριστεράς στον κόσμο, αλλά και στην Ελλάδα και τα αίτια της υποχώρησης της προφανώς απαιτεί πολύ χρόνο και πολύ μεγαλύτερη ανάλυση και εμβάθυνση, οπότε θα περιοριστώ σε μερικές συνοπτικές διατυπώσεις:
1. Η αριστερά, στη μετά-μαρξιστική, μετά-λενινιστική της εκδοχή έχει χάσει τη συνεκτική θεωρητική ανάλυση του μαρξισμού – λενινισμού. Έχει χάσει το ταξικό της υποκείμενο, έχει χάσει την ερμηνεία των παραγωγικών σχέσεων, έχει χάσει τη σύνδεση ανάμεσα στην θεωρητική ανάλυση των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων και στην χάραξη μίας πολιτικής τακτικής προς την εξουσία.
2. Από το προλεταριάτο και την εργατική τάξη στη θεωρία των νέων κοινωνικών υποκειμένων, στις υποτελείς τάξεις γενικώς και στους μη προνομιούχους ακόμα γενικότερα, από τη θεωρία της εκμετάλλευσης της υπεραξίας στην εκμετάλλευση γενικώς και αορίστως, από τη δικτατορία του προλεταριάτου, στον σοσιαλισμό με δημοκρατία, από το κόμμα – εργαλείο πολιτικό στα χέρια της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, στα κινήματα της οικολογίας, του φεμινισμού, της σεξουαλικής χειραφέτησης, των μεταναστών και της woke ατζέντας, η Αριστερά στην ουσία ρευστοποιήθηκε ιδεολογικά.
3. Από ένα επαναστατικό ρεύμα πολιτικής δράσης και ριζοσπαστικής σκέψης μετατράπηκε σε ένα συμπίλημα κοινωνικής διαμαρτυρίας που όμως ευχερέστατα αφομοιώνεται στις πολιτικές των Δυτικών Δημοκρατιών. Αυτό όμως δεν είναι και το πραγματικό πρόβλημα όλων των ρεφορμιστικών κινημάτων: ότι όταν συγκεκριμένα αιτήματα διατυπωθούν με μία ορισμένη ένταση, το καπιταλιστικό σύστημα αναδιπλώνεται και τα αφομοιώνει. Τι σημαίνει «μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων»; Δεν είναι διακηρυγμένος στόχος της καπιταλιστικότατης Ευρωπαΐκής Ένωσης και των Χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων; Τι σημαίνει «κοινωνική αλληλεγγύη»; Δεν είναι η πολιτική έκφραση του χριστιανικού ουμανισμού;
4. Οι τεχνολογικές εξελίξεις και η διαμόρφωση νέων παραγωγικών όρων που στηρίχθηκαν πάνω σε αυτές και προκλήθηκαν εξαιτίας αυτών, δεν έγιναν επαρκώς αντιληπτές σε πολιτικό επίπεδο από την Αριστερά. Αντιθέτως, η Αριστερά έγινε συνώνυμο χιλιαστικών διαψεύσεων: οι κρίσεις του καπιταλισμού που όλο καταρρέει και όλο ενδυναμώνεται, η αφύπνιση του προλεταριάτου ή των υποτελών τάξεων που ποτέ δε συμβαίνει, η ψευδοσυνείδηση που δήθεν τυφλώνει το λαό από το να δει το πραγματικό του συμφέρον, όλα αυτά έφτιαξαν το υπόστρωμα, σε ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο, της ήττας.
5. Η παγκοσμιοποίηση, αναπόφευκτη, νομοτελειακή λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων δημιούργησε νέα ζητούμενα με πρώτο και βασικότερο, τη δυνατότητα ευχερούς μετακίνησης των ανθρώπων προς αναζήτηση καλύτερης ζωής. Η έκρηξη της ενημέρωσης και της επικοινωνίας έδωσε σε τεράστιους αριθμούς ανθρώπων πρόσβαση σε πληροφορίες που δεν είχαν μέχρι χθες. Αυτό που ήταν άγνωστο ως τρόπος ζωής στην Αφρική, στην Ασία, στην Λατινική Αμερική έγινε προσβάσιμη πληροφορία. Όλοι μπορούσαν να δουν πώς ζουν οι Ευρωπαίοι, οι Αμερικανοί, οι Δυτικοί. Πού έχει δουλειές, χρήματα, ελευθερίες. Η πληροφορία δημιούργησε επιθυμία μετακίνησης. Η μετανάστευση, ανεξέλεγκτη και μαζική, δημιούργησε εντάσεις. Αλλά και η μετακίνηση των κεφαλαίων σε περιοχές με χαμηλότερο εργατικό κόστος, χαμηλότερη φορολογία, επιεικέστερο ρυθμιστικό πλαίσιο δημιούργησε τεράστιες ανισοκατανομές στις αγορές εργασίας. Τα μεσαία εισοδηματικά στρώματα αυξήθηκαν αριθμητικά, και εξέφρασαν πολιτικά την φιλοδοξία να βελτιώνουν διαρκώς τις συνθήκες ζωής τους. Τα χαμηλότερα εισοδηματικά κοινωνικά στρώματα αισθάνθηκαν την πίεση από τις μεταναστευτικές ροές, αλλά και από τον κεφαλαιακό ανταγωνισμό, είδαν τις δουλειές τους να χάνονται, αισθάνθηκαν απροστάτευτα και εγκλωβισμένα. Η Αριστερά, αντί να υπερασπιστεί τις πληττόμενες αυτές τάξεις επέλεξε να συνταχθεί με το ιδεολόγημα του παγκόσμιου προλεταρίου, υπερασπίστηκε τους μετανάστες και αποξενώθηκε από παραδοσιακά της ακροατήρια.
Όλα τα ανωτέρω αποτελούν τελικά μία εξήγηση γιατί α) το πρόβλημα της Αριστεράς είναι δομικό και όχι συγκυριακό ή επικοινωνιακό ή ζήτημα προσώπων και β) το γεγονός της διάψευσης των προσδοκιών των αριστερών από το ΣυΡιζΑ ήταν τελικά αποτέλεσμα αυτής της δομικής αδυναμίας: ο λαϊκίστικος και ανεύθυνος λόγος του «σκισίματος των μνημονίων», της καταργήσεώς τους με «ένα άρθρο και έναν νόμο» σε συνδυασμό με την ανατροπή του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος ήταν η λογική και συνεπής κατάληξη μιας Αριστεράς που θέλει να αμφισβητήσει τις δομές της ελεύθερης οικονομίας, αλλά θέλει να είναι εντός της Ευρώπης, που θέλει να οικοδομήσει «καθεστώς» αλλά εντός της αστικής νομιμότητας, που θέλει να υπερφορολογήσει την μεσαία τάξη και το κεφάλαιο, αλλά δεν θέλει αποεπένδυση και φυγή κεφαλαίων και αύξηση της ανεργίας, που θέλει να φέρεται με εχθρότητα στις επιχειρήσεις, αλλά δεν θέλει να αμφισβητήσει το διεθνές παγκοσμιοποιημένο ανταγωνιστικό επιχειρηματικό περιβάλλον, που θέλει να είναι woke, αλλά θέλει να πηγαίνει και στις εκκλησίες, που θέλει να υπερασπίζεται την εργατική τάξη, αλλά και ταυτόχρονα τις θέσεις εργασίας των παράνομων μεταναστών, με δυο λόγια μιας Αριστεράς ηθικά και θεωρητικά ανερμάτιστης. Όλα μαζί δε γίνονται!
Γιατί όμως η Κυβερνώσα Αριστερά κατέληξε έτσι: γιατί, από την άλλη, αν δεν έκανε έτσι, δεν θα γινόταν ποτέ κυβερνώσα. Γιατί αν έλεγε την αλήθεια, ότι είναι με τα ανοιχτά σύνορα, ότι καλωσορίζει τους μετανάστες, ότι δεν επιθυμεί να υπερασπιστεί τις εθνικές κοινωνίες, ότι είναι με τα όσα φύλα και τον αυτοκαθορισμό του φύλου, ότι θα αυξήσει την φορολογία των μεσαίων στρωμάτων, ότι θα αυξήσει την φορολογία των επιχειρήσεων, ότι θα περικόψει τις αμυντικές δαπάνες, ότι θα ανοίξει τις φυλακές γιατί το έγκλημα είναι κοινωνικό πρόβλημα και οι ποινές δεν έχουν νόημα, ότι θα χειραγωγήσει τη Δικαιοσύνη, δεν θα κέρδιζε ποτέ τις εκλογές και δεν θα γινόταν Κυβέρνηση.
Τελικά το μεγάλο ζήτημα είναι ότι οι ιδέες αυτές δεν είναι πια δημοφιλείς, δε θέλουν οι λαοί ένα τέτοιο κυβερνητικό πρόγραμμα. Για αυτό και επιμένω ότι το πρόβλημα της Αριστεράς δεν έχει τίποτα να κάνει με τα οργανωτικά σχήματα, με τα πρόσωπα ή με την επικοινωνία. Όλα αυτά έχουν σημασία φυσικά, αλλά όχι καθοριστική. Ακόμα και οι διασπάσεις τους πρέπει να ερμηνεύονται ως αποτέλεσμα της αδυναμίας συμφωνίας πάνω σε ένα αποτελεσματικό και λαϊκά αποδεκτό πολιτικό πρόγραμμα. Η αναρρίχηση ενός αδαούς, άσχετου, δήθεν επικοινωνιακού τύπου, όπως ο Κασσελάκης στην ηγεσία ενός κόμματος που τότε ήταν Αξιωματική Αντιπολίτευση μαρτυρά την απελπισία στην οποία έχουν περιπέσει οι φίλοι αυτού του χώρου.
Όλα τα παραπάνω σημαίνουν άραγε ότι τελειώσαμε με την Αριστερά; Στους ιδεολογικούς αγώνες τίποτα δεν κλείνει οριστικά. Αλλά στην παρούσα ιστορική φάση, η Αριστερά ηττάται. Και θα ηττάται. Και αν τυχόν ανασυγκροτηθεί, αυτό θα απαιτήσει πολύ χρόνο και θα ανασυγκροτηθεί ως ετερότητα σε σχέση με το σημερινό εαυτό της.
(Ο Μάκης Βορίδης είναι Βουλευτής Ανατολικής Αττικής της ΝΔ, υπουργός Επικρατείας)




























