Εκδόθηκε πρόσφατα από το εκδοτικό Αλεξάνδρεια του βιβλίο του Κώστα Τσίβου, αναπληρωτή καθηγητή σύγχρονης ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου της Πράγας, για τους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες στην σοσιαλιστική εξορία. Μιλήσαμε μαζί του όχι μόνο για το φαινόμενο της πολιτικής προσφυγιάς, αλλά και για την αντιμετώπιση του φαινομένου του κομμουνισμού στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες.
Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείς με την πολιτική προσφυγιά στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες;
Με τους πολιτικούς πρόσφυγες ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή στα μέσα της δεκαετίας του ΄80, κατά τη διάρκεια των σπουδών μου στην Τσεχοσλοβακία. Τότε κορυφωνόταν η διαδικασία επαναπατρισμού τους στην Ελλάδα, ήταν η περίοδος που κυβερνούσε το ΠΑΣΟΚ. Σαν αντικείμενο μελέτης και πεδίο έρευνες άρχισα να ασχολούμαι με την πολιτική προσφυγιά πριν από μια εικοσαετία. Τότε, σε αρκετά ώριμη ηλικία, έγραψα την διδακτορική μου διατριβή που εκδόθηκε στα ελληνικά με τον τίτλο «Ο μεγάλος καϋμός της ξενητειάς».
Σε τι επικεντρώνει το καινούργιο σου βιβλίο με τον τίτλο «Υβριδική Λαϊκή Δημοκρατία της Ελλάδας»;
Προσπαθώ να εξετάσω σφαιρικά το θέμα της πολιτικής προσφυγιάς, αναδεικνύοντας τη δημιουργία μιας εικονικής λαϊκοδημοκρατικής Ελλάδας μεταξύ 1949, χρονιά λήξης του εμφύλιου, και του 1989, χρονιά που καταρρέει ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» και συνεπώς διαλύονται οι τελευταίες προσφυγικές κοινότητες. Εκεί, στη σοσιαλιστική υπερορία, όπως την ονόμαζαν οι πρόσφυγες, το ΚΚΕ δημιούργησε ένα υβριδικό πρόπλασμα κράτους, μια φαντασιακή χώρα που τα σύνορά της απλώνονταν από την Πράγα μέχρι την Τασκένδη και από την Πολωνία μέχρι τη Βουλγαρία. Με έδρα το Βουκουρέστι η τότε ηγεσία του ΚΚΕ άσκησε εξουσία σε περίπου 80.000 πολιτικούς πρόσφυγες που είχαν τη δυνατότητα να βιώσουν τη σοσιαλιστική καθημερινότητα.
Πώς αποτυπώνεται αυτό το βίωμα στο βιβλίο σου;
Μέσα από το αρχειακό υλικό, τόσο ελληνικής προέλευσης όσο και των χωρών φιλοξενίας, και από τα δημοσιεύματα των προσφυγικών εφημερίδων προσπαθώ να αναπλάσω τα διαφορετικά στάδια συγκρότησης των προσφυγικών κοινοτήτων, την καθημερινότητά τους στον σοσιαλισμό. Καθότι άλλες οι προτεραιότητες του ΚΚΕ τη δεκαετία του ΄50, περίοδο κορύφωσης του σταλινισμού, άλλες στη χαλαρή δεκαετία του ΄60 και διαφορετικές την περίοδο της στασιμότητας του ΄70 και του ΄80. Εξετάζω τις επιπτώσεις που είχαν τα μεγάλα γεγονότα αυτών των περιόδων, π.χ. η σοβιετική εισβολή στην Ουγγαρία το ΄56, η επιβολή της χούντας στην Ελλάδα ή η εισβολή στην Τσεχοσλοβακία του ΄68, όχι μόνο στην επίσημη κομματική γραμμή, αλλά στην καθημερινή ζωή των προσφύγων.
Βίωσαν αυτά τα γεγονότα με τον ίδιο τρόπο όλοι οι πρόσφυγες;
Σίγουρα όχι. Μια πιο κοντινή ματιά στη σύνθεση της ελληνικής προσφυγιάς αποκαλύπτει ένα πολύμορφο μωσαϊκό. Οι περισσότεροι προέρχονταν από ορεινές περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, γεωργοί και κτηνοτρόφοι στην πλειονότητά τους, υπήρχαν όμως και πρόσφυγες από αστικά κέντρα. Το ένα τρίτο της προσφυγιάς αποτελούνταν από Σλαβομακεδόνες που στην υπερορία διαμόρφωσαν μια διαφορετική ταυτότητα, είχαν ξεχωριστές οργανώσεις, εξέδιδαν έντυπα στη γλώσσα τους. Επιπλέον ένα υψηλό ποσοστό προσφύγων είχαν ήδη προσφυγικό παρελθόν, Πόντιοι ή Μικρασιάτες που ήρθαν στην Ελλάδα με την ανταλλαγή πληθυσμών του ΄23. Επίσης στις τάξεις υπήρχαν επίσης εκατοντάδες αιχμάλωτοι του Δημοκρατικού Στρατού ή εκατοντάδες ναυτικοί μέλη του ΚΚΕ. Κάθε πρόσφυγας αξιολογούσε με διαφορετικό τρόπο τα γεγονότα που εξελίσσονταν στις χώρες φιλοξενίας και στη συνέχεια αυτά αντικατοπτριζόταν στην πολιτική του ΚΚΕ.
Αναφέρεσαι στα γεγονότα της Τασκένδης τον Σεπτέμβρη του ΄55;
Και όχι μόνο. Όλες οι σημαντικές εξελίξεις που σημάδεψαν την ιστορία του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, από την ίδρυσή του μέχρι το ΄89, καθορίστηκαν από εξωγενείς παράγοντες, ειδικότερα από τις εξελίξεις στη Μόσχα που ήταν η Μέκκα του παγκόσμιου κομμουνιστικού συστήματος. Η εξόριστη ηγεσία του ΚΚΕ ήταν σε μεγάλο βαθμό όμηρος των μηχανισμών των κομμουνιστικών κομμάτων στις χώρες φιλοξενίας. Μετά τη λήξη του Εμφυλίου η ηγεσία του κόμματος, τα περισσότερα στελέχη και μέλη, περίπου δεκαεφτά χιλιάδες, ζούσαν στην υπερορία. Εξ αυτών οι μισοί ζούσαν στις πολιτείες της Τασκένδης. Λογικό ήταν να επηρεαστούν από τη νέα αντισταλινική γραμμή που υιοθέτησε το ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Ζαχαριάδης ήταν ο πρώτος σταλινικός ηγέτης κομμουνιστικού κόμματος που ουσιαστικά αποκαθηλώθηκε την ίδια μέρα που άρχιζε το 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ. Αυτό οδήγησε ουσιαστικά στην πρώτη διάσπαση του ΚΚΕ. Αντίστοιχα, το 1968 η «Άνοιξη της Πράγας» επηρέασε καθοριστικά την πορεία των προσφύγων στην Τσεχοσλοβακία, όπου οι μισοί πρόσφυγες συντάχθηκαν με τον Ντούμπτσεκ και με το ΚΚΕ Εσωτερικού του Παρτσαλίδη.
Αντιλαμβάνομαι ότι το θέμα της πολιτικής προσφυγιάς δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από το ΚΚΕ…
Σωστά. Ο ρόλος του ΚΚΕ στην υπερορία υπερέβαινε τον ρόλο ενός συνηθισμένου πολιτικού κόμματος. Οι επιλογές προσφύγων, η καριέρα τους, η οικογενειακή τους ζωή σε μεγάλο βαθμό επηρεαζόταν από τις αποφάσεις του ΚΚΕ. Το κόμμα ήταν ληξίαρχος και δικαστής, αποφάσιζε για θέματα διαζυγίων κλπ. Στελέχη του κομματικού μηχανισμού οργάνωσαν στα μέσα της δεκαετίας του ΄50 την επιχείρηση επανένωσης των σκόρπιων προσφυγικών οικογενειών, οργάνωναν τη διδασκαλία της ελληνικής ή μακεδονικής γλώσσας κοκ.
Τα τελευταία χρόνια ζεις στην Τσεχία. Σ΄ έχει επηρεάσει αυτό στη θεώρηση της ιστορίας του κομμουνισμού;
Αυτό είναι μια πικρή ιστορία… Από την 1η Ιανουαρίου του 2026 στην Τσεχία τίθεται σε ισχύ ο νόμος περί απαγόρευσης του κομμουνισμού και των συμβόλων του. Αυτό συμβαίνει 36 χρόνια μετά τη «βελούδινη επανάσταση» που, μεταξύ άλλων, επαγγέλλονταν την ελευθερία έκφρασης. Το παράδοξο είναι ότι η απαγόρευση αυτή φέρει την υπογραφή του νυν προέδρου της Τσεχίας, Πετρ Πάβελ, ο οποίος πριν το 1989 ανήκε στον σκληρό πυρήνα του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, καθώς υπηρετούσε στη στρατιωτική αντικατασκοπεία. Στην κομματική νομενκλατούρα ανήκε και ο Αντρέι Μπάμπις, εντολοδόχος πρωθυπουργός σήμερα, καθώς και άλλα στελέχη της σημερινής τσεχικής ελίτ.
Μας λες δηλαδή ότι ο σημερινός τους αντικομμουνισμός είναι η κολυμβήθρα του Σιλωάμ για να λυτρωθούν από το αμαρτωλό τους παρελθόν;
Οι ενοχές των οικονομικών και πολιτικών ελίτ, όχι μόνο στην Τσεχία αλλά και στις άλλες πρώην σοσιαλιστικές χώρες, εξηγούν ως έναν βαθμό τις σκοπιμότητες που επιβάλουν σήμερα τη θεώρηση του κομμουνισμού ως εγκληματικής ιδεολογίας, ισοδύναμης με αυτή τη ναζισμού. Σ΄ αυτό το αφήγημα έχει δυστυχώς συγκατανεύσει και η ηγεσία της ΕΕ. Όσο απομακρυνόμαστε από το 1989 τόσο περισσότερο εργαλειοποιείται η αποτίμηση του φαινομένου του κομμουνισμού. Αυτό γίνεται μέσα από διάφορα ιδρύματα μελέτης του ολοκληρωτισμού, που στρέφουν την έρευνά τους στη μελέτη της «εγκληματικής φύσης» του «ξενόφερτου» κομμουνισμού, ενώ έχουν εγκαταλείψει ουσιαστικά τη μελέτη του ναζισμού. Όσοι δε προσπαθούν να αρθρώσουν κάποιον αντίλογο σ΄ αυτό το απλουστευτικό, αλλά τόσο βολικό αφήγημα, απειλούνται με κυρώσεις ή εξοβελισμό από τα ερευνητικά προγράμματα.






























