Ήρθε «το τέλος των οικογενειών» που κυβερνούν την Ελλάδα τα 46 από τα 60 τελευταία χρόνια;
«Αυτός ο κύκλος μάλλον κλείνει οριστικά» εκτιμά ο καθηγητής και πρώην υπουργός Σταθάκης, με άρθρο του (ΕΔΩ) στο αφιέρωμα του Dnews για το αν υπάρχει εναλλακτική κυβερνητική λύση.
«Δίπλα στο ΠΑΣΟΚ, το ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Αριστερά, υπάρχει μία πληθώρα κομμάτων «οικογενειακού τύπου», με αρχηγούς χωρίς κόμμα, μονοπρόσωπα πολιτικά σχήματα. Και είναι πολλά. Και καλύπτουν όλο το πολιτικό φάσμα. Είναι γνωστά περισσότερο από το όνομα του επικεφαλής και λιγότερο από τον τίτλο ή το πρόγραμμα του κόμματος: Βελόπουλος, Λατινοπούλου, Κωνσταντοπούλου, Κασσελάκης, Βαρουφάκης», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Γ. Σταθάκης- και επισημαίνει: «Και το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Υπάρχει παλιά παράδοση (Αρσένης, Τζοβόλας, Σαμαράς, Μπακογιάννη, Αβραμόπουλος). Πρόκειται για μία φτηνή εκδοχή των μεγάλων πολυσυλλεκτικών αρχηγικών κομμάτων που η «οικογένεια» εγγυόταν την ενότητα και την κυβερνησιμότητα.
Είναι απόρεια του ιδιότυπου «ελληνικού δικομματισμού». Από το 1955 μέχρι σήμερα, επί 60 χρόνια δημοκρατίας (εξαιρουμένης της περιόδου παρεκτροπής (1965/74), τρεις οικογένειες έχουν το μονοπώλιο στην πρωθυπουργία: Καραμανλής, -δύο γενιές (19 χρόνια), Παπανδρέου, -τρεις γενιές (17 χρόνια), Μητσοτάκης, -δύο γενιές (10 χρόνια). Σύνολο 46 χρόνια. Καθόλου άσχημα. Εξαίρεση είναι η οκταετία Σημίτη (εν μέρει διάλειμμα ανάμεσα σε δύο Παπανδρέου). Και κάποιες σύντομες εξαιρέσεις - η διετία Σαμαρά (σε συνθήκες βαθιάς κρίσης) και τα μεταβατικά σχήματα του 1989/90. Η μόνη πραγματική ρήξη στο παραδοσιακό «οικογενειακό δικομματισμό» είναι τα 4,5 χρόνια διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και του Αλέξη Τσίπρα.
Η «οικογενειακού τύπου» αρχηγία, εξασφαλίζει το θέμα της ηγεσίας και της ενότητας στα μεγάλα πολυσυλλεκτικά κόμματα που ήταν δύο: η Δεξιά και το Κέντρο. Η Αριστερά, του μόνιμου 10%, της μετεμφυλιακής μακράς περιόδου, κομμουνιστική ή μετά-κομμουνιστική, αναδεικνύεται δυναμικά μόνο σε συνθήκες κρίσης ή και πολυδιάσπασης του Κέντρου (ΕΔΑ 1958, ΣΥΡΙΖΑ 2012-2019), ενώ σε περιόδους ανόδου του Κέντρου πιέζεται.
Ο «οικογενειακός δικομματισμός» είναι φαινόμενο πρωτόγνωρο για ευρωπαϊκή χώρα και συγκροτεί την υπέρτατη «κανονικότητα», η άρση της οποίας διαμόρφωσε αυτό το πρωτόγνωρο «Αντί-ΣΥΡΙΖΑ» μέτωπο. Κοινώς όχι λόγω ιδεολογικών ή πολιτικών ακροτήτων του ΣΥΡΙΖΑ, -μνημόνιο εφάρμοσε και μάλιστα επιτυχώς, το μακεδονικό το έλυσε, επίσης επιτυχώς, και την κοινωνία αναμφίβολα ανακούφισε. Το «αντισυριζα μέτωπο» εδράζεται κυρίως και πρωτίστως στην έλευση της Αριστεράς, ως κυβέρνησης.
Την Ελλάδα την κυβερνάει η Δεξιά προδικτατορικά και το Κέντρο κυριαρχεί από το 1981 και μετά. Το Κέντρο, ιστορικά, συγκροτείται, και κερδίζει, γύρω από ώριμα κοινωνικά αιτήματα. Τη δεκαετία του ‘60 η ελληνική κοινωνία ζητούσε «οξυγόνο» από το μετεμφυλιακό κράτος. Το 1981 μία Αλλαγή, στον ασφυκτικό έλεγχο της Δεξιάς και στους θεσμικούς και νομικούς αναχρονισμούς του «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΤΑΘΑΚΗ:
Η ΝΔ δεν κινδυνεύει να καταρρεύσει. Ένα 20-30% των ελλήνων πολιτών είναι ταυτισμένοι με το σύστημα αυτό, βολεύονται, ανταμοίβονται στους έωλους θεσμούς, φθάνουν σε υπέρτατα δικαστικά αξιώματα, συμμετέχουν στα μικροδίκτυα της διαπλοκής, ρουσφετολογούν ασύστολα με τον τοπικό βουλευτή, επιβιώνουν επαγγελματικά στα ΜΜΕ. Δεν θέλουν αλλαγές. Οι πολιτικοί της ΝΔ γνωρίζουν να διαχειρίζονται το σύστημα και γνωρίζουν να κυβερνούν, απλά επιτιθέμενοι στους «δαιμονοποιημένους» αντιπάλους.
Η Αντιπολίτευση είναι απλά διαλυμένη. Δίπλα στο ΠΑΣΟΚ, το ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Αριστερά, υπάρχει μία πληθώρα κομμάτων «οικογενειακού τύπου», με αρχηγούς χωρίς κόμμα, μονοπρόσωπα πολιτικά σχήματα. Και είναι πολλά. Και καλύπτουν όλο το πολιτικό φάσμα. Είναι γνωστά περισσότερο από το όνομα του επικεφαλής και λιγότερο από τον τίτλο ή το πρόγραμμα του κόμματος: Βελόπουλος, Λατινοπούλου, Κωνσταντοπούλου, Κασσελάκης, Βαρουφάκης.
Και το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Υπάρχει παλιά παράδοση (Αρσένης, Τζοβόλας, Σαμαράς, Μπακογιάννη, Αβραμόπουλος). Πρόκειται για μία φτηνή εκδοχή των μεγάλων πολυσυλλεκτικών αρχηγικών κομμάτων που η «οικογένεια» εγγυόταν την ενότητα και την κυβερνησιμότητα.
Είναι απόρεια του ιδιότυπου «ελληνικού δικομματισμού». Από το 1955 μέχρι σήμερα, επί 60 χρόνια δημοκρατίας (εξαιρουμένης της περιόδου παρεκτροπής (1965/74), τρεις οικογένειες έχουν το μονοπώλιο στην πρωθυπουργία: Καραμανλής, -δύο γενιές (19 χρόνια), Παπανδρέου, -τρεις γενιές (17 χρόνια), Μητσοτάκης, -δύο γενιές (10 χρόνια). Σύνολο 46 χρόνια. Καθόλου άσχημα. Εξαίρεση είναι η οκταετία Σημίτη (εν μέρει διάλειμμα ανάμεσα σε δύο Παπανδρέου). Και κάποιες σύντομες εξαιρέσεις - η διετία Σαμαρά (σε συνθήκες βαθιάς κρίσης) και τα μεταβατικά σχήματα του 1989/90. Η μόνη πραγματική ρήξη στο παραδοσιακό «οικογενειακό δικομματισμό» είναι τα 4,5 χρόνια διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και του Αλέξη Τσίπρα.
Η «οικογενειακού τύπου» αρχηγία, εξασφαλίζει το θέμα της ηγεσίας και της ενότητας στα μεγάλα πολυσυλλεκτικά κόμματα που ήταν δύο: η Δεξιά και το Κέντρο. Η Αριστερά, του μόνιμου 10%, της μετεμφυλιακής μακράς περιόδου, κομμουνιστική ή μετά-κομμουνιστική, αναδεικνύεται δυναμικά μόνο σε συνθήκες κρίσης η και πολυδιάσπασης του Κέντρου (ΕΔΑ 1958, ΣΥΡΙΖΑ 2012-2019), ενώ σε περιόδους ανόδου του Κέντρου πιέζεται.
Ο «οικογενειακός δικομματισμός» είναι φαινόμενο πρωτόγνωρο για ευρωπαϊκή χώρα και συγκροτεί την υπέρτατη «κανονικότητα», η άρση της οποίας διαμόρφωσε αυτό το πρωτόγνωρο «Αντί-ΣΥΡΙΖΑ» μέτωπο. Κοινώς όχι λόγω ιδεολογικών ή πολιτικών ακροτήτων του ΣΥΡΙΖΑ, -μνημόνιο εφάρμοσε και μάλιστα επιτυχώς, το μακεδονικό το έλυσε, επίσης επιτυχώς, και την κοινωνία αναμφίβολα ανακούφισε. Το «αντισυριζα μέτωπο» εδράζεται κυρίως και πρωτίστως στην έλευση της Αριστεράς, ως κυβέρνησης.
Την Ελλάδα την κυβερνάει η Δεξιά προδικτατορικά και το Κέντρο κυριαρχεί από το 1981 και μετά. Το Κέντρο, ιστορικά, συγκροτείται, και κερδίζει, γύρω από ώριμα κοινωνικά αιτήματα. Τη δεκαετία του ‘60 η ελληνική κοινωνία ζητούσε «οξυγόνο» από το μετεμφυλιακό κράτος. Το 1981 μία Αλλαγή, στον ασφυκτικό έλεγχο της Δεξιάς και στους θεσμικούς και νομικούς αναχρονισμούς του «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια».
Στην μακρά όμως διάρκεια της ηγεμονίας του ΠΑΣΟΚ, αναπόφευκτα αυτό προσαρμόστηκε στα νέα κελεύσματα της εποχής. Διότι η Ελλάδα στην μακρά περίοδο προσαρμόζεται εκ των πραγμάτων στις στρατιωτικές, πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις του «Δυτικού Κόσμου». Και αυτό ξεπερνάει το διαχωρισμό Δεξιάς και Κέντρου. Ο Καραμανλής έκανε κρατικοποιήσεις στη δεκαετία του ‘70 (και ενέταξε τη χώρα στην ΕΟΚ). Ο Παπανδρέου εισήγαγε τα σταθεροποιητικά προγράμματα το 1985-87. Και ο Σημίτης ταυτίστηκε με το νεοφιλελεύθερο πρόταγμα της εποχής και προέβη σε ρεκόρ ιδιωτικοποιήσεων και την χρηματιστικοποίηση της οικονομίας (και ενέταξε τη χώρα στο Ευρώ).
Η κρίση του 2008 ταυτίστηκε με το Κέντρο και πρακτικά αυτό διαλύθηκε. Και ανακάμπτει με πολύ αργό ρυθμό ως πολυσυλλεκτικό κόμμα, αντιφατικό και αποκομμένο. Σήμερα το Κέντρο πολύ απέχει από το να εκφράσει τη νέα διαχωριστική γραμμή και τα ώριμα κοινωνικά αιτήματα του «κινήματος των Τεμπών». Και η Αριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ δηλαδή, βούλιαξε μετά το 2019, με τη στρατηγική της «διεύρυνσης» και της «πασοκοποίησης» του, της ιδέας δηλαδή να πάρει τη θέση του παραδοσιακού Κέντρου. Χάνοντας την ευκαιρία να συγχρονιστεί με αυτό που σήμερα είναι το μεγαλύτερο κοινωνικό κίνημα δεκαετιών και απαιτεί ριζικές ρήξεις και τομές.
Επιπρόσθετα φαίνεται ότι αυτός ο «οικογενειακός δικομματισμός», ως μακρά ιστορική φάση, κλείνει μάλλον οριστικά. Η οικογένεια Παπανδρέου έχασε το ΠΑΣΟΚ (με την ήττα του Γιώργου στις εσωκομματικές εκλογές). Η οικογένεια Καραμανλή είναι πλέον απούσα (με τον στιγματισμό του τελευταίου συγγενή πολιτικού με τα Τέμπη). Και ο Μητσοτάκης είναι σε αποδρομή (με τον νεότερο τον Μπακογιάννη να έχει υποστεί ιστορική ήττα στο Δήμο της Αθήνας). Μάλλον διανύουμε το «τέλος εποχής» του «οικογενειακού δικομματισμού». Σήμερα η ρευστοποίηση του «δικομματισμού» συνάδει με την ρευστοποίηση της «οικογενειοκρατίας».
Στο θέμα το Dnews θα επανέλθει...





























