Στο τέλος του προημιτελικού του Κόνφερενς Λιγκ, με αντίπαλο την ΑΕΚ, οι παίκτες και οι οπαδοί της Ράγιο Βαγεκάνο γλεντάνε την επική πρόκρισή τους στους «4» της διοργάνωσης. Την ίδια ώρα, η κατάμεστη Νέα Φιλαδέλφεια αποθεώνει τους παίκτες της ΑΕΚ, που παρά τη νίκη τους με 3-1, έχασαν την πρόκριση.
Μόλις η αποστολή της ισπανικής ομάδας διαπιστώνει ότι από πίσω τους περνάνε οι παίκτες της ΑΕΚ, γυρίζουν και τους χειροκροτούν ιπποτικά, αναγνωρίζοντας την αξία του αντιπάλου. Αν η αξία και το ήθος του ανθρώπου φαίνεται στις στιγμές της μεγάλης χαράς ή του θριάμβου, τότε η αξία και το ήθος του οργανισμού που ονομάζεται «Ράγιο Βαγεκάνο», αναδείχθηκαν εκείνη τη στιγμή. Και αν υπάρχει ένας λόγος για να πηγαίνει ένας γονιός με το παιδί του στο γήπεδο, τότε αυτός ο λόγος είναι να ζει τέτοιες στιγμές και όχι, βέβαια, για τις νίκες και τα κύπελλα.
Στην ακόμα μεγαλύτερη χαρά, της νίκης τους στον ημιτελικό επί της Στρασμπούργκ, οι «Βαγέκας» ξαναθύμισαν στους ποδοσφαιρόφιλους, γιατί είναι τόσο διαφορετικοί από τους υπόλοιπους. Το παιχνίδι έχει τελειώσει, η ομάδα τους έχει νικήσει στον πρώτο αγώνα και ετοιμάζεται να πανηγυρίσει με τους οπαδούς της τη μεγάλη επιτυχία. Τα χέρια σηκώνονται ψηλά και είναι θέμα δευτερολέπτων να ξεκινήσει το τραγούδι. Λείπει κάτι όμως: Ένας από τους παίκτες της ομάδας κινείται προς την εξέδρα. Παίρνει μία παλαιστινιακή σημαία. Την ακουμπάει στο χορτάρι. Τότε και μόνο ξεκινάει το τραγούδι …
Η αγωνιστική περίοδος που διανύουμε είναι η μεγαλύτερη στην ιστορία αυτής της μικρής ομάδας από μία εργατική συνοικία της Μαδρίτης, η οποία ιστορικά παλεύει ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη κατηγορία της Ισπανίας. Κάτι σαν τον Απόλλωνα Σμύρνης, ας πούμε ή την Κηφισιά. Πρόκειται για ένα σωματείο και έναν οργανισμό που έχει επιλέξει να υπάρχει και να θεωρεί ότι το ποδόσφαιρο είναι, απλώς, ένα όχημα, χρήσιμο για να μεταφέρει τις αξίες της ομάδας, όσο πιο μακριά γίνεται. Μία αφορμή αλληλεγγύης, κοινωνικής και πολιτικής στάσης ζωής, στην οποία έχουν δικαίωμα όλοι, χωρίς αποκλεισμούς, λόγω χρώματος, φύλου, ηλικίας, πολιτικής ή θρησκευτικής τοποθέτησης ή ακόμα και οικονομικής θέσης.
Γι’ αυτό άλλωστε, όταν κάποιος από τους προέδρους τους πρότεινε να μεταστεγαστούν από το γήπεδό τους, σε ένα άλλο πιο σύγχρονο, αυτοί αντέδρασαν. Ήθελαν το ορμητήριό τους να είναι η ίδια η γειτονιά τους, όπου βρίσκεται και το γήπεδό τους, το «Βαγέκα». Εκεί μπορούν να βγάζουν τα εισιτήριά τους όχι ηλεκτρονικά, όπως κάνουν όλες οι υπόλοιπες ομάδες, αλλά περιμένοντας καρτερικά στην ουρά, γιατί ενδεχομένως δεν έχουν όλοι πρόσβαση στο ίντερνετ. Εκεί, μπορούν να συναντιούνται οι φίλαθλοι και να παίρνουν πρωτοβουλίες κατά της φτώχειας, όπως τότε που συγκέντρωσαν χρήματα για να αποδώσουν ένα νέο διαμέρισμα, σε μία 85χρονη κυρία, που της είχαν κάνει έξωση. Ή για να πληρώσουν τους υπαλλήλους της ομάδας, τη χρονιά που η Ράγιο πτώχευσε.
Από εκεί που ξεκινάνε οι πορείες για να λάβουν μέρος στις μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις, όπως εκείνη του 2012, όταν στην εθνική απεργία που είχαν κηρύξει τα ισπανικά συνδικάτα, έλαβε μέρος ολόκληρη η ομάδα, συμπεριλαμβανομένων και των παικτών.
Και φυσικά, στο γήπεδό τους δε χωράει ο φασισμός και ο ρατσισμός. Πριν μερικά χρόνια, αντιμετώπισαν στην έδρα τους την Αλμπασέτε. Τον αγώνα θέλησαν να παρακολουθήσουν δύο βουλευτές του ακροδεξιού «VOX». Την επόμενη μέρα, οι «Βαγέκας» συγκεντρώθηκαν και ξαναέβαψαν το γήπεδό τους, για να το απολυμάνουν, από καθετί μπορεί να τους θυμίζει.
Φυσικά, δεν ξεχνούν και τις λίγες χαρές που τους έχει δώσει το ίδιο το ποδόσφαιρο. Η φετινή πρόκρισή τους στον τελικό του Κόνφερενς Λιγκ είναι αναμφισβήτητα η μεγαλύτερη αγωνιστική επιτυχία τους. Αλλά, στις πιο λαμπρές σελίδες της ιστορίας τους, περιλαμβάνεται το 1-1, με αντίπαλο τη Ρεάλ Μαδρίτης, το 1992 στο Μπερναμπέου, που στέρησε από τους πάμπλουτους συμπολίτες της τον τίτλο της Πρωταθλήτριας.
Θα πει κάποιος μία ισοπαλία με τη Ρεάλ Μαδρίτης, στα 102 χρόνια ιστορίας είναι τόσο σημαντική; Και η απάντηση είναι: «Αναμφισβήτητα ναι!». Διότι, ήρωας εκείνου του αγώνα ήταν ο Wilfred Agbonavbare. Ένας Νιγηριανός τερματοφύλακας, ο οποίος δεν έβρισκε ομάδα λόγω του χρώματος του δέρματός του και αυτοπροτάθηκε στη Ράγιο, που φυσικά τον αγκάλιασε. Και εκείνος της χάρισε εκείνη την ιστορική επιτυχία. Σε μία από τις θύρες του γηπέδου της Ράγιο, οι «Βαγέκας» έχουν ζωγραφίσει τη μορφή του, με συνθήματα κατά του ρατσισμού. Εν τέλει, αυτό είναι το ποδόσφαιρο σε όλη τη διάστασή του…
Άξιζε η ΑΕΚ το Κύπελλο;
Στις διπλές αναμετρήσεις με την ΑΕΚ, πολλοί υποστήριξαν ότι η ελληνική ομάδα ήταν καλύτερη. Το ίδιο τόνισε και ο νεαρός προπονητής, αλλά και όλοι οι παίκτες της Ράγιο, μετά το τέλος του αγώνα της Νέας Φιλαδέλφειας. Η «Ένωση» έλιωσε αγωνιστικά τη Ράγιο, αλλά το τελικό αποτέλεσμα δεν ήταν αρκετό για να της δώσει την πρόκριση. Άξιζε, όμως, πραγματικά η ΑΕΚ και το ελληνικό ποδόσφαιρο να προκριθεί και ενδεχομένως να φτάσει μέχρι τον τελικό και να πάρει το Κύπελλο;
Όλα όσα αναφέρονται παραπάνω είναι μόνο μερικές στιγμές από την αθλητική και κοινωνικο-πολιτική ιστορία της Ράγιο Βαγεκάνο. Η ΑΕΚ, ως οργανισμός, όσο και αν προσπαθεί να αποδείξει τη διαφορετικότητά της, εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο του ελληνικού ποδοσφαίρου. Εκεί όπου η νοοτροπία, ο πολιτισμός, η οργάνωση και οι αξίες είναι πολύ μακριά από εκείνα των οπαδών της Ράγιο, αλλά και του ισπανικού ποδοσφαίρου. Στα μέρη μας, η αναγνώριση της αξίας του αντίπαλου είναι σπάνια. Τα πρωταθλήματα των άλλων ομάδων είναι «χάρτινα». Η ήττα από θεωρητικά μικρότερη ομάδα είναι «ξεφτίλα». Οι θεσμοί που διέπουν την οργάνωση και τη λειτουργία των διοργανώσεων δεν είναι διαφανείς. Οι ανταγωνιστές πρώτα επιδιώκουν να κυριαρχήσουν σε επίπεδο πολιτικής και διοίκησης των αρχών που είναι υπεύθυνες για τη διοργάνωση των πρωταθλημάτων, παρά να φτιάξουν ομάδες που θα παίζουν ανταγωνιστικό ποδόσφαιρο.
Εδώ ο τελικός του Κυπέλλου Ελλάδας, γίνεται σε ένα γήπεδο 23.000 θεατών με ουδέτερες ζώνες μεταξύ των φιλάθλων, για την αποφυγή επεισοδίων. Αντιθέτως, o τελικός του Κυπέλλου Ισπανίας, ανάμεσα στη Ρεάλ Σοσιεδάδ και την Ατλέτικο Μαδρίτης, έγινε στο γήπεδο «Καρτούχα» της Σεβίλλης (70.000) και δεν υπήρχε άδειο καρεκλάκι ούτε για δείγμα.
Φυσικά, μπορεί κάποια στιγμή να «κοιμηθεί ο Θεός του ποδοσφαίρου» και κάποια ελληνική ομάδα να κατακτήσει ένα ευρωπαϊκό τίτλο. Άλλωστε, το πέτυχε ο Ολυμπιακός, πριν τρία χρόνια. Επίσης, το 2004, η Εθνική Ομάδα κατέκτησε το EURO. Στα 120 χρόνια που υπάρχει το ελληνικό ποδόσφαιρο, στατιστικά μπορεί να συμβεί οτιδήποτε. Το ζητούμενο, όμως, είναι αν το επίπεδο της οργάνωσης του ελληνικού ποδοσφαίρου, η κουλτούρα και οι αξίες που το διέπουν δικαιολογούν τον ισχυρισμό ότι αξίζουμε ως φίλαθλοι ή οπαδοί ή ως ευρύτερο περιβάλλον του ελληνικού ποδοσφαίρου κάτι τέτοιο.
Η απάντηση, προφανώς είναι αρνητική. Αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η επιτυχία του 2004 πέρασε αναξιοποίητη και το ελληνικό ποδόσφαιρο, αντί να κάνει βήματα προς τα μπρος, πάει προς τα πίσω. Τα σημαντικά παιχνίδια του πρωταθλήματος τα διευθύνουν ξένοι διαιτητές. Οι διακρίσεις των ομάδων στην Ευρώπη (όπως εκείνη του Ολυμπιακού στο Κόνφερενς Λιγκ) είναι καθαρά συλλογικές – ατομικές επιτυχίες και κανείς, ούτε οι οπαδοί του Ολυμπιακού δεν τις θεωρούν επιτυχίες του ελληνικού ποδοσφαίρου. Άλλωστε, οι ίδιοι οι οπαδοί του Ολυμπιακού περισσότερο πανηγυρίζουν επειδή πήραν το Κύπελλο στο γήπεδο της ΑΕΚ, παρά για την ίδια την κατάκτηση του Κυπέλλου.
Τη στιγμή της χαράς και του θριάμβου, κάποιοι χειροκροτούν τον αντίπαλο, αναγνωρίζοντας την αξία του. Κάποιοι άλλοι σκέφτονται πώς θα πάνε να καταστρέψουν ή και να αφοδεύσουν στο γήπεδο του αντίπαλου. Ανάμεσα στις δύο συμπεριφορές, τις δύο κουλτούρες και τις δύο νοοτροπίες υπάρχει μία άβυσσος. Και το ποδόσφαιρο δεν μπορεί να αφορά ταυτόχρονα και στους δύο.
Με αυτή την έννοια, αυτή την πρόκριση και αυτό το Κύπελλο, ούτως ή άλλως, δεν το άξιζε η ΑΕΚ, όπως και καμία ελληνική ομάδα. Δεν την άξιζε το ελληνικό ποδόσφαιρο.
Η «Ένωση» όμως, έχει ένα προνόμιο: ότι είχε την ύψιστη Τιμή να βρεθεί στο ιστορικό συναπάντημα με τη συγκεκριμένη ομάδα: τη Ράγιο Βαγεκάνο. Γιατί, έστω και έτσι, δόθηκε η ευκαιρία στους φίλους και τους οπαδούς της να γνωρίσουν τους «Βαγέκας».
Αυτούς τους απίθανους, υπέροχους τύπους που μόνο ως παράδειγμα μπορεί να λειτουργήσουν για όλους τους υπόλοιπους. Ειδικά για την ΑΕΚ, που εξακολουθεί να έχει τη φλέβα της προσφυγιάς, της ιστορίας και της μνήμης, οι αναμετρήσεις με τη Ράγιο Βαγεκάνο, μπορούν και πρέπει να εγγραφούν στην Ιστορία της ομάδας, ανάμεσα στις πιο λαμπρές σελίδες της. Μία σελίδα που, ίσως, να είναι πιο σπουδαία ακόμα και από την ιστορική νίκη επί της QPR ή και από την κατάκτηση ενός ευρωπαϊκού τρόπαιου.
(Ο Κώστας Καρβουναρίδης είναι Δικηγόρος – Μάστερ Αθλητικού Δικαίου και Μάνατζμεντ, Διεθνές Κέντρο Αθλητικών Σπουδών CIES – FIFA)




























