Η τελευταία διαφημιστική καμπάνια του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου κλείνει με μια φράση που δύσκολα θα μπορούσε να αμφισβητήσει κανείς: «Η ασφάλεια των Ελλήνων πολιτών είναι αδιαπραγμάτευτη». Πράγματι, είναι. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν η ασφάλεια αποτελεί ύψιστη υποχρέωση της Πολιτείας. Το ερώτημα είναι αν η κυβέρνηση παράγει πολιτική ή αν παράγει εικόνες πολιτικής.
Το τηλεοπτικό σποτ του αρμόδιου Υπουργείου, είναι προσεκτικά σχεδιασμένο. Συρματοπλέγματα, περιπολίες, συστήματα επιτήρησης, κλειστές δομές, κράτηση και επιστροφές. Το μήνυμα είναι σαφές: υπάρχει απειλή, το κράτος είναι παρόν και η κυβέρνηση έχει τον έλεγχο. Δεν πρόκειται όμως για ενημέρωση. Πρόκειται για μια απόπειρα διαμόρφωσης συνείδησης μέσω συμβόλων και συναισθημάτων.
Ο πολίτης δεν πληροφορείται πόσες αποφάσεις επιστροφής εκτελέστηκαν. Δεν μαθαίνει πόσοι παραμένουν στη χώρα παρά την έκδοση απόφασης απομάκρυνσης. Δεν ακούει τίποτα για τις δυσκολίες συνεργασίας με χώρες προέλευσης ή διέλευσης, για τα προβλήματα ταυτοποίησης ή για τις χρονοβόρες διαδικασίες που συνοδεύουν κάθε επιστροφή. Δεν γνωρίζει τον καθημερινό ή τον συνολικό αριθμό παράνομων εισόδων. Αντί για στοιχεία, του προσφέρονται εικόνες. Αντί για απολογισμό, του προσφέρεται μια αίσθηση αποτελεσματικότητας.
Η κυβέρνηση δεν παρουσιάζει το αποτέλεσμα. Παρουσιάζει τη σκηνοθεσία του αποτελέσματος.
Ακόμη πιο προβληματικός είναι ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιείται ο φόβος. Τα συρματοπλέγματα και οι εικόνες κράτησης δεν είναι ουδέτερες αναπαραστάσεις. Παράγουν συγκεκριμένους συνειρμούς. Δημιουργούν την αίσθηση μιας διαρκούς απειλής και καλλιεργούν την εντύπωση ότι η αυστηρότητα είναι η μοναδική δυνατή απάντηση. Στην πραγματικότητα, το τηλεοπτικό σποτ δεν χρειάζεται να δηλώσει ότι οι μετανάστες συνιστούν κίνδυνο. Αρκεί να τους τοποθετεί συνεχώς στο ίδιο οπτικό πλαίσιο με την ανασφάλεια, την επιτήρηση και την καταστολή.
Αυτή είναι μια γνωστή πολιτική τεχνική προπαγάνδας. Δεν στοχεύει στην ενημέρωση. Στοχεύει στη διαμόρφωση συναισθημάτων. Και πρωτίστως στο αίσθημα του φόβου.
Το ανησυχητικό είναι ότι αυτή η στρατηγική δεν αποτελεί μεμονωμένο επικοινωνιακό ατόπημα. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη πολιτική επιλογή, μέσω της οποίας η κυβέρνηση επιχειρεί ολοένα και περισσότερο να δανειστεί στοιχεία από τη ρητορική της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς. Όχι απαραίτητα αντιγράφοντας τις πιο ακραίες διατυπώσεις της, αλλά υιοθετώντας τη βασική της λογική.
Μια λογική σύμφωνα με την οποία η μετανάστευση παρουσιάζεται σχεδόν αποκλειστικά ως απειλή. Σύμφωνα με την οποία η επίδειξη σκληρότητας αναγορεύεται σε απόδειξη αποτελεσματικότητας. Σύμφωνα με την οποία οι μετανάστες εμφανίζονται ως πρόβλημα προς διαχείριση και όχι ως άνθρωποι των οποίων τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις πρέπει να εξετάζονται στο πλαίσιο του κράτους δικαίου.
Πρόκειται για μια πολιτική μετατόπιση που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη.
Διότι όταν η δημόσια συζήτηση οργανώνεται γύρω από τον φόβο, η δημοκρατία φτωχαίνει. Όταν η κυβέρνηση επιλέγει να μιλά περισσότερο για απειλές παρά για λύσεις, η πολιτική συρρικνώνεται σε επικοινωνιακά αντανακλαστικά. Και όταν η ανασφάλεια μετατρέπεται σε πολιτικό κεφάλαιο, τότε δημιουργείται ένα έδαφος πάνω στο οποίο ευδοκιμούν ο λαϊκισμός, η ξενοφοβία και ο κοινωνικός διχασμός.
Η πραγματικότητα, άλλωστε, είναι πολύ πιο σύνθετη από τα συνθήματα.
Η Κρήτη βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξημένες αφίξεις μέσω της νότιας θαλάσσιας οδού. Ο Έβρος και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου εξακολουθούν να δέχονται πιέσεις, και παραμένουν ως κρίσιμες πύλες εισόδου. Οι τοπικές κοινωνίες χρειάζονται προσωπικό, πόρους, υποδομές, σχέδιο και ουσιαστική κρατική παρουσία. Καμία διαφημιστική καμπάνια δεν μπορεί να υποκαταστήσει αυτά τα εργαλεία.
Το ίδιο ισχύει και για τις επιστροφές. Η κυβέρνηση επιμένει να παρουσιάζει την αυστηρότητα ως συνώνυμο της αποτελεσματικότητας. Ωστόσο, την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει ότι πρόκειται για ένα από τα δυσκολότερα πεδία της μεταναστευτικής πολιτικής. Αν η αυστηρότητα ήταν από μόνη της αρκετή, δεν θα χρειαζόταν διαρκώς νέα εργαλεία, νέες συμφωνίες με χώρες καταγωγής ή διέλευσης και νέες παρεμβάσεις.
Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται το χάσμα ανάμεσα στη ρητορική και την πραγματικότητα.
Η κυβέρνηση προβάλλει την εικόνα του απόλυτου ελέγχου, ενώ η ίδια η εξέλιξη των μεταναστευτικών ροών αποδεικνύει ότι οι προκλήσεις παραμένουν. Προβάλλει εικόνα επιτυχίας εκεί όπου εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά προβλήματα εφαρμογής. Και αντί να εξηγήσει με ειλικρίνεια τις δυσκολίες, επιλέγει να επενδύσει στην επικοινωνία και να δημιουργεί ψευδείς προσδοκίες στους πολίτες της Χώρας μας.
Μια ρεαλιστική και σοβαρή πολιτική οφείλει να ακολουθεί διαφορετικό δρόμο. Να υπερασπίζεται τα σύνορα χωρίς να κατασκευάζει εχθρούς και να σέβεται τις διεθνείς συμβάσεις. Να εφαρμόζει νόμιμες και αποτελεσματικές επιστροφές για όσους δεν δικαιούνται διεθνούς προστασίας, χωρίς να καλλιεργεί φόβο. Να εξετάζει γρήγορα τα εξατομικευμένα αιτήματα ασύλου χωρίς να υπονομεύει δικαιώματα. Να στηρίζει τις τοπικές κοινωνίες χωρίς να μετατρέπει την ανασφάλεια σε πολιτικό εργαλείο.
Πάνω απ’ όλα, οφείλει να παρουσιάζει πραγματικά δεδομένα και μετρήσιμα αποτελέσματα. Γιατί η ασφάλεια δεν εξασφαλίζεται με συνθήματα, αλλά με σχέδιο, συνεργασίες και αποτελεσματικές υπηρεσίες.
Οι πολίτες δεν χρειάζονται μια κυβέρνηση που προσπαθεί να τους πείσει ότι έχει τον έλεγχο. Χρειάζονται μια κυβέρνηση που αποδεικνύει ότι τον έχει.
Η ασφάλεια των Ελλήνων πολιτών είναι υποχρέωση του Κράτους και αδιαπραγμάτευτη. Αδιαπραγμάτευτη, όμως, είναι και η αλήθεια.
Και όταν η κυβέρνηση επιλέγει να επενδύει περισσότερο στην επικοινωνία παρά στην ουσιαστική πολιτική, η διαφήμιση παύει να υπηρετεί την ενημέρωση και μετατρέπεται σε προπαγάνδα.
Το ζητούμενο δεν είναι τι δείχνουν τα πλάνα. Είναι τι κρύβουν. Και σε αυτό το ερώτημα, η κυβέρνηση εξακολουθεί να αποφεύγει να απαντήσει.
(Η Ζαχαρούλα Τσιριγώτη είναι Τομεάρχης Μεταναστευτικής Πολιτικής ΕΛ.Α.Σ.)





























