Μια ιστορία από τα παλιά
Η ιδέα ότι η κοινωνική αλλαγή μπορεί να ξεκινήσει “από τα κάτω”, ότι η Αριστερά μπορεί - αναλαμβάνοντας τη διοίκηση στο τοπικό επίπεδο - να δώσει έμπρακτα παραδείγματα στους ανθρώπους, μέσα από την καθημερινότητά τους, για την αξία όσων αυτή πρεσβεύει, είναι κάθε άλλο παρά καινούρια. Ο δημοτικός σοσιαλισμός εμφανίστηκε ήδη από τα τέλη του 19ου και έδωσε λαμπρά ιστορικά παραδείγματα, όπως αυτό της Κόκκινης Βιέννης, κληρονομιά της οποίας είναι πολλά από αυτά που μέχρι σήμερα θεωρούμε παράδειγμα για όλη την Ευρώπη, όπως κυρίως η κοινωνική κατοικία. Και πολύ αργότερα βέβαια, κυρίως με επίκεντρο τη Γαλλία και φτάνοντας στο απόγειό του τη δεκαετία του 1970, ο δημοτικός κομμουνισμός, που ακολούθησε το Γαλλικό ΚΚ έφτασε να δημιουργήσει την κόκκινη ζώνη στα προάστια του Παρισιού και έδωσε στο κόμμα περί τους 1.500 δημάρχους την εποχή της ηγεσίας του Ζωρζ Μαρσαί, ενώ ακόμα και σήμερα - παρά το γεγονός ότι τα ποσοστά του κόμματος σε εθνικό επίπεδο είναι μάλλον πενιχρά - υπάρχουν στη Γαλλία περί τους 600 κομμουνιστές δημάρχους.
Και στην Ελλάδα, άλλωστε, η τοπική αυτοδιοίκηση υπήρξε ένας χώρος προνομιακός για την Αριστερά, η οποία κατόρθωνε μέσω επιτυχημένων δημάρχων να αφήνει τη σφραγίδα της, ακόμα και σε εποχές όπου η εκλογική της δύναμη σε εθνικό επίπεδο ήταν περιορισμένη: από τη Λάρισα στη Νέα Σμύρνη και από τη Λειβαδιά στην Πάτρα, με ενδιάμεσους σταθμούς πολλές ακόμα πόλεις μέσα στα πενήντα και πλέον χρόνια της Μεταπολίτευσης, τόσο το ΚΚΕ όσο και το ΚΚΕ εσωτερικού και οι επίγονοί του κατάφερναν να δίνουν στην ελληνική κοινωνία μικρά δείγματα του κόσμου που ήθελαν να φτιάξουν.
Νίκες, εκεί που όλα φαίνονται χαμένα
Αν ρωτήσει κανείς κάποιον σήμερα ποια είναι η κυρίαρχη πολιτική τάση, πιθανότατα - και ενδεχομένως όχι άδικα - θα απαντήσει η ακροδεξιά. Είτε στην “καθαρόαιμη” εκδοχή της είτε μέσω του επί το αυταρχικότερο και το συντηρητικότερο μετασχηματισμού της παραδοσιακής (πρώην) κεντροδεξιάς. Σε έναν κόσμο που πλανητάρχης είναι ο Ντόναλντ Τραμπ, που τα εγγόνια των φασιστών κυβερνούν την Ιταλία, που κεντροδεξιοί, υποτίθεται, ηγέτες χαρακτηρίζουν τους μετανάστες πρόβλημα για την εικόνα των πόλεων των χωρών τους (βλ. Φρίντριχ Μερτς) ή διαβεβαιώνουν πως τα φύλα είναι μόνο δύο (βλ. Κυριάκος Μητσοτάκης), τα περιθώρια αισιοδοξίας είναι λίγα.
Κι όμως.
Ένα χρόνο μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ για δεύτερη φορά στο αξίωμα του προέδρου των ΗΠΑ κι ενώ όλος ο πλανήτης τον παρακολουθούσε να παραβιάζει κάθε έννοια δημοκρατίας, κάθε έννοια δικαιώματος και κάθε έννοια νομιμότητας εντός κι εκτός της χώρας του, ο Ζόραν Μαμντάνι - 34 χρονών, μουσουλμάνος, ινδικής καταγωγής και γεννημένος στην Ουγκάντα - κατάφερε να γίνει δήμαρχος της Νέας Υόρκης. Ως δήμαρχος, φορολογεί τα ακίνητα των υπερπλουσίων στην πόλη, παγώνει τα νοίκια, φτιάχνει δωρεάν συγκοινωνίες και καθολική πρόσβαση στη φροντίδα των παιδιών, ιδρύει δημοτικά σουπερ-μάρκετ.
Αρκετές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στη δική μας πλευρά του Ατλαντικού, και συγκεκριμένα στην Αυστρία, ενώ το “παζάρι” ανάμεσα στην κεντροδεξιά (ÖVP) και την ακροδεξιά (FPÖ) για τον σχηματισμό κυβέρνησης (ευτυχώς) δεν ευωδόθηκε την τελευταία μόλις στιγμή, η Έλκε Καρ - 65 χρονών, γυναίκα, εργατικής καταγωγής, κομμουνίστρια - επανεκλέχθηκε δήμαρχος του Γκρατς, με το κόμμα της, που δεν έχει καταφέρει επί δεκαετίες μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο να πιάσει το όριο του 3% και να μπει στη βουλή, να φτάνει στην πόλη το 36%. Ως δήμαρχος, κρατάει τα ενοίκια των δημοτικών κατοικιών στο 40% των τιμών της αγοράς, παρέχει κοινωνική υποστήριξη και συμβουλευτική, φτιάχνει δημόσιες υποδομές και υπηρεσίες προσιτές προς όλους, περικόπτοντας ταυτόχρονα κάθε περιττή δαπάνη. Α, και δωρίζει το μεγαλύτερο μέρος του μισθού της σε κοινωνικούς σκοπούς.
Και μόλις σήμερα, ενώ όλη η Ευρώπη συζητάει - και δικαίως - την άνοδο του ακροδεξιού AfD στη Σαξωνία-Άνχαλτ, αλλά και στο Μεκλεμβούργο-Πομμερανία, η Ελίφ Εράλπ - 45 χρονών, γυναίκα, κόρη Τούρκων συνδικαλιστών, προσφύγων στη Γερμανία - ηγήθηκε της μάχης του Die Linke στις εκλογές του Βερολίνου, όπου το κόμμα ήρθε πρώτο με ένα εντυπωσιακό 26% και ενδέχεται - αν οι Σοσιαλδημοκράτες και οι Πράσινοι δεν προτιμήσουν το CDU, που είναι και ο μεγάλος χαμένος των εκλογών αυτών, για τον σχηματισμό τοπικής κυβέρνησης - να γίνει η επόμενη κυβερνήτης δήμαρχος του Βερολίνου.¹ Δεν ξέρουμε βέβαια τι θα κάνει ακόμα, ξέρουμε όμως ότι κεντρικό σύνθημα της καμπάνιας που έφερε αυτό το αποτέλεσμα ήταν το “Berlin bezahlbar machen” (Να κάνουμε το Βερολίνο οικονομικά προσιτό). Η δε καμπάνια επικεντρώθηκε στη στέγη, περιλαμβανομένης της απαλλοτρίωσης των μεγάλων εταιριών στον κλάδο της κατοικίας, στις συγκοινωνίες, με πάγωμα της τιμής των εισιτηρίων και καθιέρωση κοινωνικού εισιτηρίου 9 ευρώ/μήνα, καθώς και στα απορρίμματα, με έμφαση στις περισσότερο επιβαρυμένες περιοχές της πόλης.
Κι η Ελλάδα;
Στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν ορισμένοι πολύ καλοί δήμαρχοι της Αριστεράς, ακόμα και σήμερα, δεν υπάρχει στον ορίζοντα κάτι ανάλογο με τα παραδείγματα αυτά.
Ο πρώτος λόγος είναι ο τρόπος που διαρθρώνεται στη χώρα μας η τοπική αυτοδιοίκηση. Στην Ελλάδα, οι αρμοδιότητες της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Έχει ελάχιστη - εώς μηδενική - διακριτική ευχέρεια στη θεσμοθέτηση και είσπραξη των τοπικών εσόδων, επομένως δεν μπορεί να ασκήσει μέσω τοπικών φόρων αναδιανεμητικές πολιτικές, όπως π.χ. ο Μαμντάνι, ούτε να χρηματοδοτήσει φιλόδοξες τοπικές πολιτικές. Αναγκάζεται να επιβιώνει όπως-όπως χάρη στην κεντρικά ελεγχόμενη κρατική χρηματοδότηση των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων, που είναι πολύ μικρότερη από τις ανάγκες, ενώ οι εθνικοί πόροι για επενδύσεις έχουν από την εποχή των μνημονίων σχεδόν μηδενιστεί.
Παράλληλα, έχει κυρίως εκτελεστικού χαρακτήρα αρμοδιότητες στην κοινωνική πολιτική, και ιδιαίτερα περιορισμένες στους τομείς όπου υπάρχει και η μεγαλύτερη κοινωνική πίεση σήμερα, όπως η στέγη, η υγεία, η παιδεία και, στα μητροπολιτικά αστικά κέντρα, οι συγκοινωνίες. Ακόμα επομένως κι αν ένας δήμαρχος θέλει - όπως αρκετοί έχουν θελήσει ως σήμερα - να κάνει κάτι παραπάνω, να ασκήσει πιο τολμηρή κοινωνική πολιτική, πιθανότατα θα “σκοντάψει” στο ζήτημα της έλλειψης αρμοδιότητας.
Και βέβαια συναφές είναι το ποιος δικαιούται να ψηφίζει στις αυτοδιοικητικές εκλογές. Πέρα από την ελληνική πατέντα των ετεροδημοτών, με αποτέλεσμα αλλού να ζούμε κι αλλού να ψηφίζουμε, αντί τα εκλογικά δικαιώματα να ακολουθούν αυτόματα την κατοικία μας, κάθε φορά που αυτή αλλάζει, υπάρχει ένα τεράστιο κενό: μετά την απόφαση του ΣτΕ που ακύρωσε το δικαίωμα που δόθηκε το 2010 στους νόμιμα διαμένοντες στην Ελλάδα αλλοδαπούς να ψηφίζουν στις αυτοδιοικητικές εκλογές, καμία κίνηση δεν έγινε - παρ’ ό,τι ολοκληρώθηκε μία και βρίσκεται σε εξέλιξη μία δεύτερη συνταγματική αναθεώρηση - για να επιλυθεί το θέμα οριστικά, με συνταγματική ρύθμιση. Πολλές χιλιάδες συμπολίτες μας, που ζούμε μαζί, δεν έχουν λόγο στο ποιος θα ρυθμίζει την καθημερινότητά τους.
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι για την ελληνική αριστερά, και ειδικά σε ένα μεγάλο τμήμα της που βρέθηκε στην κυβέρνηση την περίοδο 2015-2019, ανεξάρτητα από το πού βρίσκεται σήμερα και πόσο κοντά βρίσκεται σε έναν τέτοιο στόχο, η αυτοδιοίκηση είναι δεύτερης τάξης προτεραιότητα. Η δουλειά στο τοπικό επίπεδο παίρνει χρόνο και δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ανάλογες επιτυχίες σε εθνικό επίπεδο. Απαιτεί αφοσίωση, ενασχόληση με θέματα που φαίνονται μικρά. Δρόμοι και πεζοδρόμια, φωτισμός, παιδικές χαρές, πάρκα, ΚΑΠΗ, πισίνες και γυμναστήρια, κοινωνικές υπηρεσίες, αποκομιδή και διαχείριση απορριμμάτων, όλα αυτά και πολλά ακόμα δεν θεωρούνται κομμάτι της “βαριάς” πολιτικής. Κι ας αλλάζουν τη ζωή των ανθρώπων άμεσα.





























