«Ο εχθρός εντός των τειχών». Αυτό ήταν το μήνυμα της ομιλίας του Τζο Μακάρθι στις 9 Φεβρουαρίου του 1950, με αφορμή τα 141 χρόνια από τη γέννηση του Αβραάμ Λίνκολν: η αμερικανική δημοκρατία κινδύνευε από τη διείσδυση των «κόκκινων». Στόχος του δεν ήταν απλώς η εξαφάνιση του Κομμουνιστικού Κόμματος των Ηνωμένων Πολιτειών. Ηταν η ριζική αναθεώρηση μιας ολόκληρης εποχής: της προοδευτικής πολιτικής, κοινωνικής και ιδεολογικής ατμόσφαιρας που είχε αναδυθεί τη δεκαετία του 1930 μέσα από τις εμπειρίες της οικονομικής ύφεσης, του New Deal και του Λαϊκού Μετώπου. Η εκστρατεία του Μακάρθι κορύφωσε την πορεία μετασχηματισμού του παγκόσμιου Ψυχρού Πολέμου σε ιδεολογικό εμφύλιο στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, χαράσσοντας μια διαιρετική τομή: ή ήσουν «πραγματικός Αμερικανός» ή «αντιαμερικανός».
Ο πρόεδρος Τραμπ ακολουθεί αυτήν την παράδοση. Το δικό του σημείο αναφοράς δεν είναι, προφανώς, το 1917 ή το μακρινό 1934. Η πολιτική της αναθεώρησης αφορά το 1968, δηλαδή τη χρονική στιγμή που η «παλαβή Αριστερά» επέβαλε την ατζέντα της εις βάρος της «σιωπηρής πλειοψηφίας» και οδήγησε έτσι τη «Δύση» στην παρακμή. Η δημόσια ρητορική του μπορεί να μοιάζει ενίοτε χαοτική, αλλά η στρατηγική της είναι εξαιρετικά συνεκτική. Εστιάζει στην καταγγελία του εσωτερικού εχθρού –η woke ατζέντα, οι αντιρατσιστικές πολιτικές και η πράσινη μετάβαση– και με τον τρόπο αυτό οριοθετεί τι είναι «αμερικανικό» και τι δεν είναι. Ο Τραμπ διεκδικεί το μονοπώλιο του ορισμού του αμερικανισμού. Τώρα, στην επέτειο των 250 ετών από τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, στη μακρά λίστα των επικίνδυνων ιδεών ήρθε η σειρά του κομμουνισμού.
Ποιος κομμουνισμός; Οχι φυσικά το Κομμουνιστικό Κόμμα. Ο «κομμουνισμός» του Τραμπ λειτουργεί ως πολιτικός συμπυκνωτής που χωρά κάθε εκδοχή της σύγχρονης αμερικανικής ριζοσπαστικής πολιτικής, από την κριτική στις ανισότητες του «1%» μέχρι τη νέα γενιά των δημοκρατικών σοσιαλιστών. Το διάγγελμα του προέδρου συμπίπτει χρονικά με τα αποτελέσματα των προκριματικών εκλογών των Δημοκρατικών, όπου καταγράφηκε η ορατή εξάπλωση του φαινομένου που οι επικριτές αποκαλούν «Μαμντανιστάν». Δεν ισχυρίζομαι ότι ο πολιτικός χάρτης των ΗΠΑ έχει αλλάξει. Ωστόσο, ο Τραμπ γνωρίζει –από τη δική του διαδρομή– ότι μια πολιτική που δεν μασά τα λόγια της, όσο περιθωριακή και αν φαντάζει αρχικά, μπορεί να αποκτήσει μια δυναμική απρόβλεπτη σε συνθήκες κατάρρευσης των παλιών βεβαιοτήτων.
Κατά συνέπεια, επιστροφή στα βασικά. Στη μάχη για το περιεχόμενο της εθνικής ιδεολογίας. Δηλαδή του αμερικανισμού. Στις Ηνωμένες Πολιτείες αυτή, ιστορικά, έχει μια επιπλέον διάσταση, καθώς αναφέρεται στο κατεξοχήν πολιτικό έθνος του κόσμου. Η δαιμονοποίηση του «κομμουνισμού» ως μια εξ ορισμού αντιαμερικανική ιδεολογία έχει τις ρίζες της στον 19o αιώνα, παροξύνθηκε στον 20ό, υποχώρησε για προφανείς λόγους μετά το 1989 και επανακάμπτει με νέους όρους ως η φαντασιακή ομπρέλα του «εσωτερικού εχθρού». Ενός εχθρού που, όπως υπογράμμισε η ανταγωνιστική ομιλία του Μαμντάνι, διεκδικεί την αυθεντική έκφραση του αμερικανισμού ταυτίζοντάς τον με την πολυπολιτισμικότητα, την προτεραιότητα του ανθρώπου στη βάση της πυραμίδας (που έλεγε κάποτε και ο FDR) και το όραμα της κοινωνικής ισότητας.
Αυτή είναι η αμερικανική ιστορία άλλωστε. Μια διαρκής διαμάχη ερμηνείας για το τι ακούει κανείς στο «Born in the USA» του Μπρους Σπρίνγκστιν. Αν δεν ξέρεις, η μουσική παραπέμπει σε έναν ύμνο στο μεγαλείο των ΗΠΑ. Αν δώσεις λίγη σημασία στους στίχους, αντιλαμβάνεσαι την κραυγή για μια υπόσχεση δικαιοσύνης που μένει διαρκώς μετέωρη. Ο Τραμπ από το 2016 χρησιμοποιούσε το τραγούδι αυτό στις συγκεντρώσεις του για να υπογραμμίσει την εθνική «περηφάνια» έναντι της ταπείνωσης που ένιωθαν οι υποστηρικτές του. Πλέον, συνειδητοποιεί ότι απέναντί του υπάρχει μια εναλλακτική εννοιολόγηση του αμερικανισμού με τις δικές της ρίζες (το 1936 το κεντρικό σύνθημα του ΚΚ ΗΠΑ ήταν «ο κομμουνισμός είναι ο αμερικανισμός του 20ού αιώνα») και, κυρίως, ένα ανανεωμένο κοινωνικό υποκείμενο. Η ορθολογική επιλογή για τον Τραμπ είναι ο εξοβελισμός της μέσα από την καταφυγή στο δοκιμασμένο και επιτυχημένο μοντέλο της ταύτισής της με τον «αντιαμερικανισμό». Υπάρχει, όμως, μια κρίσιμη διαφορά. Το 1950 ο Μακάρθι μπορούσε να κραδαίνει τη φωτογραφία του Ιωσήφ Στάλιν. Ο Τραμπ, σήμερα, δεν διαθέτει κάποιο ανάλογο φόβητρο. Είναι η δική του πολιτική που λειτουργεί ως παράγοντας νομιμοποίησης του αναγεννημένου ριζοσπαστισμού και με έναν ειρωνικό τρόπο καθιστά τον ίδιο τον πιο απρόσμενο στρατολόγο εκείνου του «κομμουνισμού» που καταγγέλλει.
(Ο Κωστής Καρπόζηλος είναι επίκουρος καθηγητής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Η Καθημερινή" της Κυριακής)

























