Υπάρχει ένας άγραφος κανόνας στην πολιτική. Όσο μια κυβέρνηση πιστεύει ότι κερδίζει το μέλλον, μιλά για το μέλλον. Όταν αρχίζει να χάνει το μέλλον, προσπαθεί να υπερασπιστεί το παρόν. Και όταν χάνει και το παρόν, αναζητά καταφύγιο στο παρελθόν. Αυτό ακριβώς παρακολουθούμε σήμερα.
Η τελευταία δημοσκόπηση της ALCO κατέγραψε κάτι πολύ σημαντικότερο από μια μεταβολή ποσοστών. Κατέγραψε ότι η κυβέρνηση έχασε τον έλεγχο του ίδιου του πολιτικού διακυβεύματος. Το 64% των πολιτών θεωρεί ότι το πραγματικό δίλημμα των επόμενων εκλογών είναι «διαφάνεια ή διαφθορά». Μόλις το 28% θεωρεί σημαντικότερο το δίλημμα «σταθερότητα ή ακυβερνησία». Στην ίδια έρευνα, το 63% δηλώνει ότι επιθυμεί πολιτική αλλαγή, ενώ σε άλλη έρευνα το 97% πιστεύει ότι η διαφθορά κυριαρχεί στη δημόσια ζωή.
Ένα κόμμα χωρίς σχέδιο για το μέλλον
Εκεί χάθηκε η στρατηγική μάχη για τη ΝΔ. Δεν χάθηκαν, βέβαια, ακόμη οι εκλογές. Χάθηκε, όμως, το ερώτημα από το οποίο θα κριθεί το αποτέλεσμά τους. Από τη στιγμή που η κοινωνία αποφάσισε ότι θα ψηφίσει με κριτήριο τη διαφάνεια και τη διαφθορά, η κυβέρνηση δεν μπορεί πλέον να επιβάλει το δικό της αφήγημα. Και όταν μια εξουσία χάνει τη στρατηγική, καταφεύγει στις μικροκομματικές τακτικές. Αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να απευθυνθεί στη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία. Και περιορίζεται μόνο σε αυτούς που θα μπορούσε να προσεγγίσει. Προσπαθεί να εξαπατήσει με ταπεινά κίνητρα τα ακροδεξιά ακροατήρια, που ελπίζει ότι θα μπορούσαν να αυξήσουν τη συσπείρωσή της. Δεν απευθύνεται πλέον στο σύνολο της κοινωνίας. Επιχειρεί κυρίως να επαναπροσεγγίσει εκείνο το τμήμα των ψηφοφόρων που την είχε στηρίξει στο παρελθόν και σήμερα εμφανίζεται αποστασιοποιημένο. Λόγω των προβλημάτων που η κυβέρνηση δημιούργησε.
Τα επιχειρήματα της ΝΔ για το παρόν δεν πείθουν πια τους ψηφοφόρους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η συνεχής επιστροφή στο 2015. Η συνεχής ανακύκλωση όσων ήδη έχουν κριθεί. Αποφεύγοντας με κάθε τρόπο να αποδώσει ευθύνες σε αυτούς που χρεοκόπησαν τη χώρα. Ενώ σήμερα βρισκόμαστε στο 2026. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει τα προβλήματα του 2026 – για τα οποία ευθύνεται η ΝΔ και προσπαθεί με κάθε τρόπο να κουκουλώσει - και οι πολίτες καλούνται να αποφασίσουν για το μέλλον της χώρας, όχι να ξαναζήσουν τις συγκρούσεις μιας άλλης εποχής. Το μόνο που αποδεικνύεται με αυτή την τακτική είναι ότι η ΝΔ είναι ένα κόμμα που δεν έχει σχέδιο για το μέλλον.
Τώρα όμως ούτε το 2015 φαίνεται αρκετό. Από το 2026 γυρίζει στο μακρινό 2015 και από το 2015 στον Εμφύλιο. Η δημόσια συζήτηση επιχειρείται να μεταφερθεί ακόμη πιο πίσω, σε χρόνια σκοτεινά. Την τρομάζει το φως και κρύβεται στο σκοτάδι. Με αφορμή μια τραγική δολοφονία, η πολιτική αντιπαράθεση οδηγήθηκε σε ιστορικούς συμβολισμούς και σε αντιπαραθέσεις που διχάζουν, αντί να φωτίζουν τα πραγματικά γεγονότα. Η τελευταία άμυνα της εξουσίας. Σημάδια του τέλους μιας πολιτικής ηγεμονίας. Ότι πιο φθηνό και ανήθικο θα μπορούσε κάποιος να κάνει. Αηδία.
Όταν ακόμα και μια τραγωδία εργαλειοποιείται, η δημόσια ζωή φτωχαίνει. Όταν η μνήμη ενός νεκρού εντάσσεται στον καθημερινό κομματικό ανταγωνισμό, το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι βαθύτατα ηθικό. Πόσο μάλλον όταν το ίδιο βράδυ έκαναν πάρτι στο Μαξίμου.
Η κοινωνία, όμως, δύσκολα πια εγκαταλείπει τα πραγματικά της προβλήματα για να επιστρέψει στις συγκρούσεις του παρελθόντος. Η ακρίβεια, η έλλειψη Δικαιοσύνης, η διαφθορά, η αναξιοκρατία και η ποιότητα των θεσμών είναι τα ζητήματα που απασχολούν σήμερα τους πολίτες.
Η Ηθική ως Εθνική Στρατηγική
Γι' αυτό και η στρατηγική μετατόπισης της συζήτησης δείχνει τα όριά της. Η πολιτική δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στη διαρκή ανακύκλωση του χθες. Δεν μπορεί να υποκαθιστά τη λογοδοσία για το παρόν, που προσπαθεί η κυβέρνηση – όπως ο διάβολος το λιβάνι – να αποφύγει. Και δεν μπορεί να ζητά από την κοινωνία να αποφασίσει για το αύριο κοιτώντας μονίμως προς τα πίσω.
Η Ελλάδα χρειάζεται κάτι εντελώς διαφορετικό. Χρειάζεται μια Ηθική Επανάσταση στη δημόσια ζωή. Την ανάδειξη της αλήθειας στην πολιτική. Ένα Νέο Πατριωτισμό, που θα ενώνει τους Έλληνες, αντί να αναζητά διαρκώς νέες αφορμές διχασμού.
Σε αυτή την απόγνωση έφτασαν στο σημείο να συκοφαντήσουν ακόμα και το πιο ωραίο όνομα στον κόσμο. Τουλάχιστον για εμάς. Γιατί η ΕΛΛΑΣ δεν είναι άλλη μία λέξη. Είναι υπέρτατη αξία, που μας ενώνει, δεν μας χωρίζει. Είναι το όνομα της πατρίδας μας. Το όνομα με το οποίο γενιές Ελλήνων πολέμησαν για την ελευθερία, αντιστάθηκαν σε κατακτητές και με βάση αυτές τις αξίες οικοδόμησαν τη Δημοκρατία. Με ένα ή με δύο λάμδα, δεν έχει σημασία. Η πολιτική οφείλει να σέβεται αυτή την ιστορική κληρονομιά. Όχι να τη χρησιμοποιεί ως ακόμη ένα εργαλείο της μικροκομματικής αντιπαράθεσης. Μακάρι, κάποια μέρα, αυτή η λέξη να πλημμυρίσει τις πλατείες, τα σχολεία και τα καφενεία σε όλη τη χώρα. Η σημαία μας να στολίσει τα μπαλκόνια, σαν να είναι εθνική εορτή. Και με γνώμονα το συμφέρον της πατρίδας και του λαού να ψηφίζουμε στις εκλογές. Τότε θα έχουμε κατακτήσει η Δημοκρατία για την οποία είμαστε περήφανοι για τους προγόνους μας. Τίποτα λιγότερο δεν μπορεί να είναι η Νέα Μεταπολίτευση.
ΕΛΑΣ είναι το όνομα που επέλεξαν όλες και όλοι αυτοί που αποφάσισαν να αντισταθούν στον κατακτητή. Αυτοί που δεν έγιναν δωσίλογοι, συνεργάτες των Γερμανών. Προς τιμήν τους ο Ανδρέας Παπανδρέου αποφάσισε να δώσει αυτό το όνομα και στην Ελληνική Αστυνομία. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η Αριστερά δεν έχει κανένα πρόβλημα να γίνει διακύβευμα των εκλογών η Ιστορία. Η πατρίδα μας, όμως, θα χάσει άλλη μία ευκαιρία.
(Ο Δημήτρης Τζιώτης είναι Σύμβουλος Στρατηγικής και συγγραφέας. Το νέο βιβλίο του με τίτλο « Το Σύνταγμα της νέας Μεταπολίτευσης» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαζήση)



























