Η κυβέρνηση ανακάλυψε πάλι τη λύση για την ακρίβεια. Όχι, δεν είναι οι πραγματικοί έλεγχοι. Όχι, δεν είναι η πάταξη της αισχροκέρδειας. Όχι, δεν είναι η μείωση του ΦΠΑ στα βασικά τρόφιμα. Όχι, δεν είναι η σύγκρουση με τα μεγάλα συμφέροντα της αγοράς. Είναι μια εφαρμογή. Ένα ψηφιακό παιχνίδι με τίτλο «Πόσο Κάνει;».
Δηλαδή, εκεί που ο πολίτης ρωτά «πώς θα γεμίσω το καλάθι;», η κυβέρνηση απαντά: «κατέβασε app». Εκεί που ο μισθωτός μετράει τα ευρώ πριν μπει στο σούπερ μάρκετ, του λένε να μετράει τις δεκάρες από ράφι σε ράφι. Εκεί που η σύνταξη τελειώνει στις 20 του μηνός, του λένε: «Μη γκρινιάζεις, έχεις barcode scanner». Το νέο «Πόσο Κάνει;» παρουσιάζεται ως αναβαθμισμένη συνέχεια του e-Καταναλωτής και, σύμφωνα με δημοσιεύματα, συγκεντρώνει τιμές από μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ, δίνει δυνατότητα σύγκρισης προϊόντων, ιστορικό τιμών, καλάθι αγορών και σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ωραία όλα αυτά. Ως ηλεκτρονικό εργαλείο, μπορεί να έχει ενδιαφέρον. Ως παιχνίδι, ακόμη καλύτερο. Να κάθεται ο καταναλωτής το βράδυ, αντί για τάβλι, και να παίζει: «πού έχει το απορρυπαντικό 17 λεπτά φθηνότερα;».
Το πρόβλημα είναι ότι η ζωή δεν είναι ηλεκτρονικό παιχνίδι. Ούτε το οικογενειακό καλάθι είναι Sudoku. Ο καταναλωτής δεν έχει ούτε τον χρόνο ούτε τη βενζίνη ούτε την αντοχή να γυρίζει δέκα σούπερ μάρκετ για να γλιτώσει 40 λεπτά στο γιαούρτι, 23 λεπτά στα μακαρόνια και 18 λεπτά στο χαρτί υγείας. Διότι στο τέλος, αν πάει από το ένα κατάστημα στο άλλο για τις «προσφορές», θα έχει ξοδέψει περισσότερα σε βενζίνη, χρόνο και νεύρα από όσα δήθεν κέρδισε.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη κοροϊδία. Η κυβέρνηση μεταφέρει την ευθύνη από το κράτος στον πολίτη. Αντί να ελέγξει την αγορά, λέει στον καταναλωτή: «Ψάξε καλύτερα». Αντί να ελέγξει τα περιθώρια κέρδους, λέει: «Σύγκρινε τιμές». Αντί να χτυπήσει την αισχροκέρδεια, λέει: «Φτιάξε ψηφιακό καλάθι». Δηλαδή η ακρίβεια δεν είναι πια πολιτικό και οικονομικό πρόβλημα. Είναι πρόβλημα κακής αναζήτησης στο κινητό.
Και το πιο κωμικοτραγικό; Η ίδια η επίσημη εικόνα της χώρας δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι φανταστικό. Η ΕΛΣΤΑΤ ανακοίνωσε ετήσιο πληθωρισμό 5,2% τον Μάιο του 2026, ενώ στην ομάδα «Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά» καταγράφεται ετήσια αύξηση 3,5%, με αυξήσεις μεταξύ άλλων σε ψωμί, κρέατα, πουλερικά, γαλακτοκομικά και αυγά, καφέ και άλλα βασικά είδη. Δηλαδή ο πολίτης δεν τρελάθηκε. Το νιώθει στην τσέπη του. Το βλέπει στο ταμείο. Το ζει κάθε εβδομάδα. Και μετά έρχεται η κρατική σοφία και του λέει: «Πάρε μια εφαρμογή». Είναι σαν να έχει πάρει φωτιά το σπίτι και η Πυροσβεστική να σου στέλνει app για να συγκρίνεις τιμές σε πυροσβεστήρες. Ή σαν να πνίγεσαι και να σου δίνουν οδηγίες πώς να αξιολογήσεις ψηφιακά την ποιότητα του νερού.
Ακόμη πιο προκλητικό είναι το φαινόμενο προϊόντων ελληνικής παραγωγής ή ελληνικής ταυτότητας να εμφανίζονται πολλές φορές ακριβότερα εδώ από ό,τι σε αγορές του εξωτερικού. Ο καταναλωτής βλέπει ελληνικό γιαούρτι, ελληνικά τρόφιμα, ελληνικά προϊόντα, και αναρωτιέται: πώς γίνεται να ταξιδεύει το προϊόν, να περνάει μεταφορές, logistics, αποθήκες, ξένα περιθώρια κέρδους και τελικά να το βρίσκει κανείς φθηνότερα έξω από ό,τι μέσα στην Ελλάδα; Αυτό δεν είναι αγορά. Είναι θαύμα. Μόνο που τα θαύματα στην οικονομία συνήθως έχουν χορηγούς.
Η κυβέρνηση βέβαια θα πει ότι η διαφάνεια βοηθά. Βεβαίως βοηθά. Αλλά η διαφάνεια χωρίς έλεγχο είναι βιτρίνα. Είναι σαν να βάζεις φως σε ένα δωμάτιο όπου γίνεται ληστεία, αλλά να μην καλείς την αστυνομία. Ο πολίτης δεν ζητά απλώς να βλέπει ποιος τον γδέρνει φθηνότερα. Ζητά να σταματήσει το γδάρσιμο.
Το «Πόσο Κάνει» απαντά σε λάθος ερώτηση
Η ερώτηση δεν είναι μόνο «πόσο κάνει το προϊόν;». Η ερώτηση είναι: πόσο κάνει η ανοχή της κυβέρνησης στην αισχροκέρδεια; Πόσο κάνει η απουσία ουσιαστικών ελέγχων; Πόσο κάνει η πολιτική προστασία των ισχυρών; Πόσο κάνει η μετατροπή του καταναλωτή σε κυνηγό προσφορών, ενώ οι μεγάλες αλυσίδες και οι μεσάζοντες κάνουν πάρτι;
Αν ήθελε πραγματικά η κυβέρνηση να προστατεύσει το καλάθι του νοικοκυριού, θα έκανε άλλα πράγματα. Θα ενίσχυε τους ελέγχους στην αγορά. Θα δημοσιοποιούσε καθαρά τα περιθώρια κέρδους σε βασικές κατηγορίες προϊόντων. Θα επέβαλλε αυστηρά πρόστιμα, όχι επικοινωνιακά πυροτεχνήματα. Θα μείωνε τη φορολογική επιβάρυνση στα απολύτως βασικά τρόφιμα. Θα στήριζε τον παραγωγό και τον καταναλωτή, όχι μόνο τον ενδιάμεσο μηχανισμό που φουσκώνει τις τιμές. Αλλά αυτά θέλουν πολιτική βούληση. Θέλουν σύγκρουση. Θέλουν κράτος που να λειτουργεί υπέρ της κοινωνίας και όχι υπέρ των λίγων. Η εφαρμογή, αντίθετα, είναι εύκολη. Έχει ωραίο όνομα, ωραία κουμπιά, ωραία γραφήματα. Και κυρίως έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα: δεν ενοχλεί κανέναν ισχυρό.
Γι’ αυτό το «Πόσο Κάνει;» είναι χρήσιμο ως ψηφιακό παιχνιδάκι, αλλά ανεπαρκές ως κοινωνική πολιτική. Μπορεί να δείχνει τιμές. Δεν ρίχνει τιμές. Μπορεί να συγκρίνει ράφια. Δεν ελέγχει κέρδη. Μπορεί να οργανώνει λίστες. Δεν γεμίζει ψυγεία. Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι «πόσο κοστίζει το γάλα;». Το πραγματικό ερώτημα είναι: πόσο κπστίζει στο λαό μια κυβέρνηση που αντί να ελέγχει την αγορά, εκπαιδεύει τον λαό να αποδέχεται την ακρίβεια ως τεχνικό πρόβλημα αναζήτησης; Και η απάντηση είναι απλή:
Κοστίζει πολύ ακριβά.
(Ο Νίκος Μαρκάτος είναι Ομοτ. Καθηγητής ΕΜΠ, π. Πρύτανης, Γ.Γ. Ευρωπαϊκής Ένωσης Ομότιμων Καθηγητών)
























