Ο ΕΦΚΑ είναι, για τον μέσο Έλληνα, συνώνυμο της ταλαιπωρίας. Ποτέ δεν καταλαβαίνει τι πρέπει να πληρώσει, γιατί να το πληρώσει και συνήθως δεν υπάρχει κανένας να του εξηγήσει πώς ακριβώς πρέπει να συμμορφωθεί και τι θα γίνει εάν δεν συμμορφωθεί προς τας υποδείξεις.
Το «εκκαθαριστικό» συνήθως συνοδεύεται από μια παράγραφο ακατάληπτων ελληνικών που παραπέμπει σε κάποιες νομοθετικές ρυθμίσεις στις οποίες ακόμη κι αν έχει κανείς πρόσβαση, πάλι, θα δυσκολευτεί να καταλάβει γιατί η δική του περίπτωση υπάγεται στη συγκεκριμένη κι όχι σ’ άλλη ρύθμιση.
Οι οφειλές που συνοδεύουν τα ακατάληπτα ελληνικά δεν μπορείς να καταλάβεις πώς προέκυψαν. Τα τηλέφωνα που αποτελούν τον πιο γνωστό και εύκολο τρόπο επικοινωνίας δεν απαντούν ποτέ και το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο απλά δεν σου δίνει τη δυνατότητα να ρωτήσεις και να λύσεις τις απορίες σου.
Τι μένει πριν από την υποχρεωτική συμμόρφωση;
Η αυτοπρόσωπη εμφάνιση στην «καταραμένη» υπηρεσία. Επειδή άλλοτε δεν δέχεται κοινό κι άλλοτε δέχεται, αποφασίζεις να πας μια Τρίτη κι ό,τι βγει. Έχεις προετοιμαστεί για τα χειρότερα: Να περιμένεις ώρες, να μην καταλαβαίνεις τι σου λένε (αφού κανείς δεν είναι εκπαιδευμένος γι’ αυτό) και να πνίγεσαι μένοντας «κάγκελο».
Υπάρχει μόνο μια εξαίρεση σ’ αυτό το μοτίβο. Ένας τρίτος, συνήθως κάποιος που δεν βρίσκεται στον «γκισέ» ακούει και γνέφει στον συνάδελφό του που είναι έτοιμος να σε ξεπετάξει, να περάσεις στα ενδότερα. Χαρτιά, φάκελοι, παντού, ντουλάπες κάθε είδους μαζί με αρχαίους αλλά και σύγχρονους υπολογιστές και δυο-τρεις εκτυπωτές και φωτοτυπικά, όλα γύρω γύρω, κι ένας άνθρωπος να προβάλει στη μέση- θα μπορούσε να είναι καφκική εικόνα αν δεν ήταν ελληνική.
Ο «από μηχανής» υπάλληλος μιλάει φυσιολογικά, σου εξηγεί, σου λέει «περίμενε» όταν ψάχνει, σε ρωτάει εάν κατάλαβες, παίρνει κάποιον άλλον να διασταυρώσει τη λύση που προτείνει, χωρίς να το παίζει ξερόλας. Αισθάνεσαι ότι μπορείς να τον εμπιστευτείς- κι ακόμη περισσότερο αισθάνεσαι ότι του χρωστάς κι’ ότι, εν τέλει, υπάρχει μια φωτεινή αναλαμπή στη γκρίζα γραφειοκρατία.
Σημειωτέο ότι ο «άγνωστός υπάλληλος», αυτός επί του οποίου στηρίζεται όλο το οικοδόμημα που λέγεται «ελληνικό δημόσιο», ποτέ δεν τιμάται, ποτέ δεν διεκδικεί την προβολή του. Θέλει να κάνει, απλώς, τη δουλειά του. Δείχνει με τα έργα και τα λόγια του ότι, με κάποιο τρόπο, γνωρίζει όλες τις αρχές και τα δόγματα της ποιότητας, της ανταποκριτικής διοίκησης, έχει στοχοπροσήλωση και, εάν κάποιος μπορούσε να τον μετρήσει με έναν KPI, σίγουρα θα αρίστευε.
Αυτός ο άνθρωπος, ο συνάδελφος, αυτός ο Έλληνας που κρατάει όρθιο το γκουβέρνο απέναντι σε συμβούλους (καβαλημένους και μη), σε τιτλούχους και «επώνυμους», θα εξακολουθήσει να υπάρχει, όσο η Ελλάδα θα συνεχίσει να πορεύεται, χωρίς συνείδηση της ιστορικότητάς της, εν μέσω έργων, προγραμμάτων και λόγων που θέλουν να τον δημιουργήσουν, ενώ υπάρχει. Μα, για να τον ανακαλύψουν πρέπει να προχωρήσουν στην εμβάπτιση του ναρκισσιστικού εγώ τους προκειμένου να αποκαταστήσουν την καταρρακωμένη κοινωνική και οικονομική του θέση. Να γίνει αυτός το μέτρο της επιτυχίας των αλλαγών και των δημόσιων πολιτικών.
Κι, ίσως, αυτή να είναι η προϋπόθεση επιτυχίας όλων των μεταρρυθμίσεων που διαρκώς εξαγγέλλονται αλλά η εφαρμογή τους παραπέμπεται σ’ ένα απώτατο μέλλον.
(Ο Παναγιώτης Καρκατσούλης είναι εμπειρογνώμονας δημόσιας διοίκησης, π.βουλευτής)



























