Η διαρκής επίκληση του κράτους δικαίου – για την ακρίβεια, η συστηματική αναφορά στην ανεπάρκεια των θεσμών του - από το σύνολο των αντιπολιτευόμενων κοινοβουλευτικών δυνάμεων στη χώρα μας, τα τελευταία χρόνια, ενέχει τον κίνδυνο παραφθοράς της έννοιας και απομείωσης του κανονιστικού της περιεχομένου. Ακριβώς για τον λόγο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στην προ ημερησίας διάταξη, συζήτηση που πρόκειται να διεξαχθεί ενώπιον της Ολομέλειας της Βουλής, στις 16 Απριλίου, μετά από αίτημα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, να επαναπροσδιοριστούν τα στοιχειώδη:
Πρώτον: Η αξία της συζήτησης συνίσταται πρωτίστως στην τεκμηριωμένη κριτική που οφείλουν να ασκούν, στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου, τα πολιτικά κόμματα σε συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις της κυβέρνησης, η οποία πάντως εξακολουθεί να περιβάλλεται από την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των μελών του κοινοβουλίου. Για τον λόγο αυτό, εξυπακούεται ότι η συζήτηση δεν προσφέρεται για πολιτική εκμετάλλευση, ούτε νοείται στη διάρκειά της η αναπαραγωγή εντυπωσιοθηρικής, ανέξοδης ρητορείας.
Δεύτερον: Σε σχέση με τον πρακτικό αντίκτυπο της εύρυθμης λειτουργίας των θεσμών του κράτους δικαίου, έχει ειδικότερη σημασία στα καθ’ ημάς, να αποκατασταθεί η στρέβλωση που επικράτησε από τότε που η υπόθεση των υποκλοπών θεωρήθηκε ζήτημα περιορισμένου ενδιαφέροντος, αφορώντος το προνομιακό - πλην ευάριθμο - ακροατήριο των θαμώνων πέριξ της πλατείας Κολωνακίου και τις ιδιοτελείς εμμονές των αρμόδιων δημόσιων λειτουργών. Με άλλα λόγια, είναι η στιγμή να συμφωνήσουμε ότι η λειτουργία των θεσμών αφορά εξίσου «λαό και Κολωνάκι». Και τούτο όχι για λόγους δογματικής συνέπειας, ούτε γιατί το επείγον της υλικής καθημερινότητας δεν βαραίνει ασύμμετρα στην πολιτική εγρήγορση και στα αντανακλαστικά των μελών του κοινωνικού συνόλου. Κυρίως, επειδή η εκπλήρωση του αιτήματος για αξιοπρεπή διαβίωση και ίση πρόσβαση στα κρίσιμα δημόσια αγαθά της υγείας, της παιδείας, της δικαιοσύνης κοκ, προϋποθέτει την αποτελεσματική λειτουργία των θεσμών του κράτους δικαίου για όλους · τα δε ελλείμματά τους πλήττουν πρωτίστως τους πλέον ευάλωτους.
Τρίτον: Η τήρηση της συνταγματικής νομιμότητας ως απαρέγκλιτης αρχής του κράτους δικαίου δεν έχει την παραμικρή σχέση με την πλειοψηφική υπεροχή επί τη βάσει της οποίας διαμορφώνεται το αποτέλεσμα κάθε ψηφοφορίας – είτε πρόκειται για τους εκλογικούς κύκλους, είτε για τη λειτουργία των κοινοβουλευτικών επιτροπών -. Με άλλα λόγια, το 41% που έλαβε το κυβερνών κόμμα κατά τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, δεν διευρύνει τους κατά τον ποινικό νόμο, λόγους εξάλειψης του αξιοποίνου, όταν έχουν διαπραχθεί παράνομες πράξεις. Ούτε οι εξεταστικές επιτροπές της Βουλής διαθέτουν το προνόμιο της αυθεντικής αναγόρευσης ως αθώων εκείνων οι οποίοι προέρχονται από το κόμμα που διαθέτει την πλειοψηφία. Είναι ανήκεστη η βλάβη που υφίσταται το κράτος δικαίου εν συνόλω, όταν οι απόψεις αυτές διατυπώνονται από τα πλέον επίσημα χείλη. Κυρίως, επειδή οι πολίτες παιδαγωγούνται με την αντίληψη ότι δίκαιο παράγει η ισχύς – και όχι ο νόμος -.
Τέταρτον: Η άρνηση συμμόρφωσης με τις δικαστικές αποφάσεις, όπως συμβαίνει με την απόφαση που υποχρεώνει τη διοίκηση να ενημερώσει αρμοδίως τον νυν αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης για τους λόγους που είχε τεθεί υπό παρακολούθηση από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, συνιστά κατάφωρο πλήγμα όχι μόνο στα δικαιώματα του προσφεύγοντος, αλλά και στη διάκριση των λειτουργιών. Περαιτέρω, ανάλογο πλήγμα συνιστά ο τρόπος που δημοσίως αμφισβητούνται επίσης από τα πλέον επίσημα χείλη, οι προθέσεις και τα κίνητρα της ευρωπαϊκής εισαγγελίας, κατά τη διερεύνηση υποθέσεων ελληνικού ενδιαφέροντος.
Πέμπτον: Η προσήλωση στη διεθνή νομιμότητα, χωρίς όρους και προϋποθέσεις, ανεξάρτητα από τους αυτουργούς της παραβίασης και το momentum, κατά το οποίο η τελευταία λαμβάνει χώρα, είναι η αυτονόητη αφετηρία κάθε συζήτησης που αφορά τη διπλωματική αξιοπιστία της εθνικής εξωτερικής πολιτικής. Και προ αυτής, τον αυτοσεβασμό και το αληθώς νοούμενο πατριωτικό καθήκον μας ως Ελλήνων πολιτών. Οι επίσημες θέσεις της χώρας μας έναντι της απαγωγής ενός ηγέτη από την πλανητική υπερδύναμη, της γενοκτονίας στη Γάζα, των επαναπροωθήσεων εκείνων που αιτούνται άσυλο κοκ προφανώς και ανάγονται στον πυρήνα του κράτους δικαίου.
Έκτον: Ο σεβασμός της αποστολής των ανεξάρτητων αρχών ως θεσμικών αντιβάρων και των μελών τους ως δημόσιων λειτουργών περιβαλλόμενων με τις συνταγματικές εγγυήσεις της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, είναι η ελάχιστη οφειλόμενη υποχρέωση κάθε κυβέρνησης που αυτοπροσδιορίζεται ως δημοκρατική. Στην ίδια κατεύθυνση εγγράφεται και ο σεβασμός στοιχειωδών μαθηματικών κανόνων της εισαγωγικής σχολικής βαθμίδας, κατά τον υπολογισμό τής απαιτούμενης πλειοψηφίας, όταν πρόκειται για τη στελέχωση των ανεξάρτητων αρχών.
Η απαρίθμηση που προηγήθηκε είναι προφανώς, εντελώς ενδεικτική. Απέχει δε πολύ, πάρα πολύ από κάθε φιλοδοξία εξαντλητικής παράθεσης των τραυμάτων που έχουν επισωρευθεί στην υπόθεση του κράτους δικαίου, τα τελευταία χρόνια. Τα ήδη απαριθμούμενα αρκούν και περισσεύουν ωστόσο, για να υπενθυμίσουν ότι τη δικαιοκρατική διακυβέρνηση μιας δημοκρατικής χώρας δεν την εγγυάται απλώς και μόνο η συνεπής τήρηση των εκλογικών κύκλων. Η υπόθεση του κράτους δικαίου αφορά – όπως στερεοτυπικά, πλην ορθώς επαναλαμβάνεται – την ποιότητα της δημοκρατίας και την εντιμότητα των συμβαλλομένων, κατά τη σύναψη του πλέον ιερού συμβολαίου μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων: του κοινωνικού συμβολαίου.
(Η Dr Αικατερίνα ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ είναι Δικηγόρος, τ. Μέλος στην Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών)































