Για αρκετά χρόνια, το private credit αντιμετωπίστηκε ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά προϊόντα της μετα-κρίσης εποχής. Υποσχόταν ταχύτερη χρηματοδότηση για επιχειρήσεις που δεν μπορούσαν να στραφούν στον τραπεζικό δανεισμό ενώ ταυτόχρονα προσέφερε υψηλότερες αποδόσεις σε επενδυτές που επιδίωκαν καλύτερες αποδόσεις. Όσο όμως η αγορά αυτή μεγάλωνε, τόσο γινόταν σαφέστερο ότι δεν πρόκειται απλώς για μια εναλλακτική μορφή δανεισμού, αλλά για ένα κρίσιμο τμήμα του νέου χρηματοπιστωτικού τοπίου. Οι πιο πρόσφατες διεθνείς εκτιμήσεις τοποθετούν πλέον την παγκόσμια αγορά του private credit στα επίπεδα των 2,5 τρισ. δολαρίων, γεγονός που αρκεί από μόνο του για να δείξει ότι το φαινόμενο έχει αποκτήσει βαρύνουσα σημασία για τις αγορές.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν το private credit επιτελεί μια χρήσιμη λειτουργία, αλλά αν η χρησιμότητα αυτή συγχέεται ολοένα περισσότερο με την ιδέα της ασφάλειας. Η αγορά αυτή καλύπτει πραγματικές ανάγκες χρηματοδότησης, αλλά το κάνει μέσα σε ένα λιγότερο διαφανές περιβάλλον, όπου οι αποτιμήσεις δεν αναπροσαρμόζονται με την ίδια συχνότητα όπως στις οργανωμένες αγορές, οι όροι των συναλλαγών είναι λιγότερο ορατοί και οι διασυνδέσεις με το υπόλοιπο σύστημα δυσκολότερο να αποτυπωθούν. Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι οι δανειολήπτες αυτής της αγοράς είναι, κατά κανόνα, πιο ευάλωτοι σε υψηλότερα επιτόκια και σε επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας. Αυτό σημαίνει ότι η σχετική ηρεμία του χώρου δεν πρέπει να εκλαμβάνεται αυτομάτως ως ένδειξη ανθεκτικότητας.
Εδώ ακριβώς η συζήτηση συναντά την τεχνητή νοημοσύνη και τον τεχνολογικό κλάδο. Σημαντικό μέρος αυτής της χρηματοδότησης κατευθύνθηκε τα τελευταία χρόνια σε εταιρείες λογισμικού και τεχνολογίας, δηλαδή σε κλάδους που θεωρούνταν αυτονόητοι ωφελημένοι της ψηφιακής μετάβασης. Όμως η τεχνητή νοημοσύνη δεν λειτουργεί μόνο ως υπόσχεση ανάπτυξης. Λειτουργεί και ως παράγοντας ανατροπής για υφιστάμενα επιχειρηματικά μοντέλα. Πρόσφατες αναλύσεις της BIS έδειξαν ότι οι ανησυχίες για το κατά πόσον η ΑΙ μπορεί να διαβρώσει παραδοσιακά μοντέλα του λογισμικού προκάλεσαν αισθητή πίεση στις αποτιμήσεις του κλάδου. Οι μετοχές εταιρειών λογισμικού υποχώρησαν σημαντικά από το φθινόπωρο του 2025 έως τις αρχές του 2026, ενώ εισηγμένες εταιρείες private credit με μεγαλύτερη έκθεση στον χώρο αυτόν υποαπέδωσαν έναντι των υπολοίπων.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη αν συνυπολογιστεί το μακροοικονομικό περιβάλλον. Η γεωπολιτική ένταση δεν επηρεάζει μόνο τις πολιτικές ισορροπίες. Μπορεί να διατηρήσει το χρήμα ακριβότερο για περισσότερο χρόνο, είτε μέσω πληθωριστικών πιέσεων στις τιμές της ενέργειας και των βασικών εμπορευμάτων είτε μέσω αυστηρότερων χρηματοδοτικών συνθηκών διεθνώς. Το ΔΝΤ στην τελευταία επικαιροποίηση των προβλέψεών του, επισημαίνει ότι οι καθοδικοί κίνδυνοι συνδέονται με υψηλότερους δασμούς, αυξημένη αβεβαιότητα και γεωπολιτικές εντάσεις. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η πίεση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Επιβαρύνει πρωτίστως τους πιο αδύναμους δανειολήπτες, εκείνους δηλαδή που στηρίχθηκαν σε χρηματοδότηση ακριβή, σύνθετη και λιγότερο ανθεκτική σε μια παρατεταμένη περίοδο υψηλού κόστους κεφαλαίου.
Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργεί και το ενδεχόμενο χαμηλότερων ρυθμών ανάπτυξης. Οι προβλέψεις κάνουν λόγο για παγκόσμια ανάπτυξη γύρω στο 3% για το 2025 και το 2026, υπογραμμίζοντας ότι οι κίνδυνοι παραμένουν καθοδικοί. Για ένα τμήμα της αγοράς που στηρίζεται σε επιχειρήσεις με εύθραυστες ταμειακές ροές, μεγάλη εξάρτηση από αναχρηματοδότηση και υψηλές προσδοκίες μελλοντικής ανάπτυξης, μια πιο αργή διεθνής οικονομία δεν είναι απλώς ένα στατιστικό δεδομένο. Είναι παράγοντας που μεταβάλλει τη σχέση ανάμεσα στο χρέος και στη δυνατότητα εξυπηρέτησής του.
Σε αυτό το πλαίσιο αποκτούν σημασία δημόσιες παρεμβάσεις παραγόντων όπως ο J. Dimon, που συμπυκνώνουν μια ευρύτερη μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο η αγορά αντιλαμβάνεται πλέον τον κίνδυνο. Όταν ο επικεφαλής της μεγαλύτερης αμερικανικής τράπεζας λέει ότι μπορεί να έχουμε δει την κορύφωση της έκρηξης του private credit, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στη δραματικότητα της διατύπωσης, αλλά στο γεγονός ότι αυτή αντανακλά τη μετάβαση από μια περίοδο σχεδόν αυτονόητης αισιοδοξίας σε μια περίοδο πιο απαιτητικής αποτίμησης.
Το ουσιαστικό σημείο για τις αγορές είναι οι αλληλεπιδράσεις. Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει τις προοπτικές κλάδων που είχαν γίνει βασικοί αποδέκτες χρηματοδότησης. Η γεωπολιτική αβεβαιότητα μπορεί να κρατήσει τα επιτόκια υψηλά. Η χαμηλότερη ανάπτυξη πιέζει επιχειρήσεις με πιο εύθραυστα οικονομικά μεγέθη. Και ένα τμήμα της αγοράς που έμοιαζε ήρεμο ακριβώς επειδή δεν τιμολογούνταν καθημερινά, αρχίζει να αποκαλύπτει ότι αυτή η ηρεμία ήταν μόνο εν μέρει πραγματική. Η Τράπεζα της Αγγλίας έχει ήδη συνοψίσει τον πυρήνα του προβλήματος, επισημαίνοντας ότι η υψηλή μόχλευση, η αδιαφάνεια στις αποτιμήσεις και οι ισχυρές διασυνδέσεις με πιο επισφαλείς αγορές μπορούν να ενισχύσουν τα χρηματοπιστωτικά σοκ.
Το ορθό συμπέρασμα δεν είναι ότι βρισκόμαστε προ των πυλών μιας νέας κατάρρευσης τύπου 2008. Είναι, όμως, ότι ο κίνδυνος για τις παγκόσμιες αγορές δεν έχει μειωθεί. Έχει αλλάξει μορφή. Και σε αυτή τη νέα μορφή, το private credit βρίσκεται στο σημείο συνάντησης της τεχνολογικής αισιοδοξίας, του ακριβότερου χρήματος και της αυξανόμενης αβεβαιότητας της παγκόσμιας οικονομίας.
(Ο Δημήτρης Λιάκος είναι οικονομολόγος- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από το Κ-Report)



























