Την ανάγκη ανάπτυξης νέων λιμενικών και ενεργειακών υποδομών στην Ελλάδα, υπό το βάρος των γεωπολιτικών εξελίξεων και των μεταβαλλόμενων συνθηκών στην ευρύτερη περιοχή, ανέδειξε ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου AKTOR και Διευθύνων Σύμβουλος της Atlantic SEE LNG Trade, Αλέξανδρος Εξάρχου, κατά την τοποθέτησή του στο Blue Strategy Summit 2026, που διοργάνωσε η Ένωση Ελληνικών Ναυπηγείων.
Στο επίκεντρο των παρεμβάσεών του βρέθηκε το κοινό ενδιαφέρον των Ομίλων AKTOR και ONEX για την παραχώρηση της εμπορικής εκμετάλλευσης του λιμένα Ελευσίνας, με τον κ. Εξάρχου να επισημαίνει ότι η εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας, οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις και οι νέες διεθνείς συνθήκες επιβάλλουν τη δημιουργία και τον εκσυγχρονισμό επιπλέον λιμενικών υποδομών στη χώρα.
Όπως ανέφερε, παρά τη στρατηγική θέση της Ελλάδας στη διασταύρωση τριών ηπείρων, η χώρα διαθέτει ουσιαστικά ένα μόνο μεγάλο διεθνές λιμάνι, το οποίο δεν αναμένεται να επαρκεί για τις ανάγκες που θα προκύψουν από τους μελλοντικούς μετασχηματισμούς στο διεθνές περιβάλλον.
Ο κ. Εξάρχου χαρακτήρισε την Ελευσίνα ως την καταλληλότερη επιλογή για την ανάπτυξη νέου διαμετακομιστικού κόμβου, υπογραμμίζοντας ότι ο κάθετος ενεργειακός και οδικός διάδρομος δημιουργεί αυξημένες ανάγκες για οργανωμένα λιμάνια που θα μπορούν να τροφοδοτούν τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Σύμφωνα με τον ίδιο, η περιοχή διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως άμεση πρόσβαση σε συγκοινωνιακές υποδομές και επαρκείς εκτάσεις για την ανάπτυξη κέντρου logistics.
Παράλληλα, στάθηκε στις επιπτώσεις του εντεινόμενου ανταγωνισμού μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, σημειώνοντας ότι η Ευρώπη καλείται να παρακολουθεί στενότερα τις εξελίξεις, ενώ ο πόλεμος στην Ουκρανία και η κρίση στη Μέση Ανατολή ενισχύουν περαιτέρω την ανάγκη για νέες ενεργειακές συνδέσεις και υποδομές. Αναφερόμενος στο LNG, ο επικεφαλής του Ομίλου AKTOR τόνισε ότι πρόκειται για στρατηγική ευκαιρία όχι μόνο για τον όμιλο αλλά και για τη χώρα, καθώς ενισχύει τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας στην περιοχή. Όπως σημείωσε, ο κάθετος διάδρομος μπορεί να διασφαλίσει τον εφοδιασμό της Ευρώπης με σημαντικές ποσότητες αμερικανικού LNG, ενόψει της σταδιακής απαγόρευσης του ρωσικού φυσικού αερίου αλλά και των προκλήσεων στις εισαγωγές αζερικού αερίου.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η υλοποίηση του σχεδίου θα βασιστεί σε μακροχρόνιες συμβάσεις που θα εξασφαλίζουν σταθερότητα τόσο στις τιμές όσο και στις διαθέσιμες ποσότητες, συμβάλλοντας στην ενεργειακή ισορροπία της Ευρώπης. Εκτίμησε, μάλιστα, ότι ο επόμενος χειμώνας ενδέχεται να αποδειχθεί δύσκολος για την ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας, λόγω περιορισμών στην προμήθεια φυσικού αερίου, γεγονός που θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω την οικονομία της Ε.Ε.
Ο κ. Εξάρχου προέβλεψε επίσης ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πιθανόν να κινηθεί προς μία κεντρική λύση αντιμετώπισης του ενεργειακού ζητήματος, κατά το πρότυπο των κοινών προμηθειών της περιόδου Covid, είτε μέσω νέου χρηματοδοτικού εργαλείου αντίστοιχου του Ταμείου Ανάκαμψης είτε μέσω έκδοσης ευρωομολόγου, προκειμένου να περιοριστούν οι πληθωριστικές πιέσεις από το αυξημένο ενεργειακό κόστος.
Παράλληλα, επισήμανε ότι οι μακροχρόνιες συμφωνίες LNG μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για νέες επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές, όπως πλωτές μονάδες αποθήκευσης και επαναεριοποίησης (FSRU) και αναβαθμίσεις δικτύων φυσικού αερίου, καθώς προσφέρουν προβλεψιμότητα εσόδων και διευκολύνουν τη χρηματοδότηση από το τραπεζικό σύστημα.
Αναφορικά με τον κάθετο ενεργειακό διάδρομο, επανέλαβε ότι απαιτείται ισορροπία μεταξύ των προμηθευτών φυσικού αερίου, ενώ αποκάλυψε ότι πέραν των συμφωνιών με Αλβανία και Βοσνία – Ερζεγοβίνη, έως το καλοκαίρι αναμένεται να οριστικοποιηθούν και νέα Μνημόνια Κατανόησης με οργανισμούς της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Όπως υπογράμμισε, οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν όχι μόνο την ελληνική οικονομία αλλά και τη γεωπολιτική επιρροή της χώρας στον ενεργειακό χάρτη της περιοχής.
Κλείνοντας, ο επικεφαλής της AKTOR αναφέρθηκε στις προοπτικές του τομέα υποδομών, υποστηρίζοντας ότι το μοντέλο των συμβάσεων παραχώρησης αποτελεί τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο υλοποίησης έργων νέας γενιάς. Όπως είπε, η καλύτερη ωρίμαση έργων και η υψηλότερη μελετητική προετοιμασία που χαρακτηρίζουν τις παραχωρήσεις μπορούν να περιορίσουν καθυστερήσεις και αστοχίες που εμφανίστηκαν στο παρελθόν σε παραδοσιακά δημόσια έργα. Εκτίμησε, μάλιστα, ότι στο εξής τα μεγάλα έργα υποδομής στη χώρα θα υλοποιούνται κυρίως μέσω του μοντέλου παραχώρησης, όπως αναμένεται να συμβεί και στην περίπτωση του λιμένα Ελευσίνας.





























