Όλοι όσοι πιστεύουμε στην αξία της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών και σε έναν κόσμο που διέπεται από κανόνες και αρχές, δεν μπορεί παρά να είμαστε επί της αρχής υπέρ της ανοιχτής και ειλικρινούς συζήτησης ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Και όπως όλες οι διακρατικές σχέσεις μας, έτσι και η σχέση μας με την Τουρκία θα πρέπει να διέπεται από αμοιβαίο σεβασμό και από διάθεση καλής γειτονίας, στο πλαίσιο πάντα που ορίζει το διεθνές δίκαιο.
Με δεδομένη και τη μακρά ιστορία των σχέσεών μας, που δεν ήταν πάντοτε ακύμαντες, η Ελλάδα δεν έχει τίποτα να φοβάται, χρειάζεται όμως να διαθέτει αυτοπεποίθηση και πίστη στο δίκαιο των εθνικών μας θέσεων. Αυτή η αυτοπεποίθηση εδράζεται σε δύο αναγκαίους πυλώνες. Από τη μία μεριά, στην ενίσχυση της αμυντικής μας θέσης και της αποτρεπτικής ικανότητας της χώρας. Και από την άλλη, στην ισχυρή διπλωματία και στην αξιοποίηση όλων των συμμαχικών μας σχέσεων, ως οργανικό μέλος της Ευρωπαϊκής οικογένειας που είμαστε εδώ και δεκαετίες. Είναι σημαντικό να τονίζουμε ότι οι ελληνο-τουρκικές σχέσεις είναι ταυτόχρονα και ευρω-τουρκικές σχέσεις, για όποιο ζήτημα και αν πρόκειται κάθε φορά.
Οι διαφορές μας με την Τουρκία είναι δεδομένες και θα ήταν στρουθοκαμηλισμός να πιστεύουμε ότι δεν υπάρχουν. Είναι ωστόσο πάντοτε προτιμότερο και στη θετική κατεύθυνση να τις συζητάμε ανοιχτά και γύρω από ένα τραπέζι παρά στο πεδίο της μάχης. Αλλά και να υπερασπιζόμαστε τα εθνικά μας δίκαια με αξιοπρέπεια και δυναμισμό
Αυτή εξάλλου είναι, κατά τη γνώμη μου, η διαφορά του πατριωτισμού από τον εθνικισμό. Η αγάπη για την πατρίδα μας, με γνώση και φρόνηση, είναι αυτό που την προστατεύει και τη δυναμώνει. Ενώ το μίσος και η επιθετικότητα, χωρίς επίγνωση της κατάστασης, έχει οδηγήσει πολλές φορές σε εθνικές τραγωδίες.
Σε αυτό το πνεύμα, μπορεί οι διαφορές που πολιτικά μας χωρίζουν από την κυβέρνηση Μητσοτάκη να είναι χαώδεις, ωστόσο θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ως θετικό βήμα τη συνέχιση του διαλόγου με την Τουρκία. Η πρόσφατη επίσκεψη του Πρωθυπουργού στην Τουρκία περισσότερο επιβεβαίωσε ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας παραμένουν ανοιχτοί παρά οδήγησε σε περαιτέρω βήματα.
Ωστόσο, δεν είναι καθόλου σαφές τι οφέλη αποκόμισε η χώρα μας, όχι μόνο στη συγκεκριμένη συνάντηση αλλά γενικότερο στον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται οι σχέσεις και οι συζητήσεις μας με τους γείτονες το τελευταίο διάστημα.
Και δεν είναι σαφές διότι πρόκειται για τακτικές μανούβρες που δεν εντάσσονται σε μια σαφή και μακράς πνοής εθνική στρατηγική, όπως θα έπρεπε να συμβαίνει. Αυτό δηλαδή που συμβαίνει σε πολλά επίπεδα με την παρούσα κυβέρνηση: ευκαιριακές πολιτικές, χωρίς συνοχή, χωρίς προοπτική, και το κυριότερο χωρίς τις αναγκαίες ευρύτερες συγκλίσεις.
Δεν μπορεί να εξαρτάται η εθνική γραμμή για τα ελληνοτουρκικά από τις διαμάχες των φατριών εντός της ΝΔ. Η εθνική γραμμή χαράσσεται εθνικά. Με την ουσιαστική εμπλοκή όλων των δημοκρατικών πολιτικών δυνάμεων, με σαφή και διάφανη ενημέρωση, με ανοιχτό διάλογο όλων των φορέων της πολιτικής και της κοινωνίας.
Η ανοιχτή και ειλικρινής συζήτηση δεν αφορά μόνο την ελληνική και την τουρκική κυβέρνηση. Αφορά και την ελληνική κυβέρνηση σε σχέση με τις ελληνικές πολιτικές δυνάμεις και τον ελληνικό λαό εν τέλει.
Γιατί όπως έχει πει ο ποιητής, και ισχύει σε κάθε επίπεδο, εθνικό είναι μόνο το αληθές.
(Η Κατερίνα Μπέρδου είναι δικηγόρος)




























