Θυμάστε, βεβαίως, εκείνο το ρεπορτάζ για την επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα. Διαβάσαμε ποιος τον υποδέχθηκε, με ποιον μίλησε με ποιόν χαριεντίστηκε, σε ποιόν χαμογέλασε και με ποιόν ήταν σκυθρωπός. Μόνο που ο Ερντογάν δεν είχε έρθει και το ρεπορτάζ ήταν έτοιμο από πριν. Το ίδιο μου θύμισαν και πολλά απ’ όσα γράφηκαν για την ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στο Παλλάς. Είχαν έτοιμη την απαξίωσή του ό,τι και αυτός να έλεγε. Και όχι μόνο αυτό, αυτοί που τον είχαν καταδικάσει- και καλώς- για τη φράση του «ή θα τους τελειώσουμε ή θα μας τελειώσουν, έγιναν διαπρύσιοι κήρυκες τού «θα τον τελειώσουμε». Σκέτο, χωρίς «ή θα μας τελειώσει». Ξαναθυμηθήκαμε τα θηκάρια που είχαν βγει, όταν είχε πει πως «οι θάλασσες δεν έχουν σύνορα». Τι ακούστηκε γι’ αυτή την αναφορά, δεν περιγράφεται. Αυτός όμως εννοούσε το προφανές που το περιγράφει και στην «Ιθάκη». Την θάλασσα «δεν μπορείς να την περιφράξεις με συρματόπλεγμα και τείχη» και το θέμα αφορά πως δεν γίνεται «να επιτρέψουμε να πνίγονται άνθρωποι στη θάλασσα» (494). Η τοξικότητα του 2012-2015 τότε ήταν τραγωδία, τώρα είναι κάτι χειρότερο και από απλή φάρσα. Είναι αντιφιλελεύθερη και αντιδημοκρατική φάρσα.
Φυσικά αυτό που ακούσαμε δεν ήταν παρουσίαση βιβλίου. Εξάλλου και οι ερωτήσεις των δυο δημοσιογράφων προς τους τέσσερεις παρουσιαστές επιδίωκαν μάλλον να πιάσουν κάποιο λαγό, παρά να τους βοηθήσουν να μιλήσουν για το βιβλίο. Το κοινό με κανένα τρόπο δεν θα το έλεγες ενθουσιώδες, εκτός λίγων εξαιρέσεων που πάντα υπάρχουν. Το λες όμως προβληματισμένο και με εμφανή την αγωνία του για το σήμερα και για το πώς αυτό μπορεί ν’ αλλάξει. Για το πώς δηλαδή, σύμφωνα με αυτό το κοινό, θα βρεθούν τρόποι να ηττηθεί η διακυβέρνηση Μητσοτάκη. Μια διακυβέρνηση που εμφανώς όλα αυτά τα χρόνια έκανε σοβαρή αναδιανομή- είτε με νόμιμα μέσα (φορολογική πολιτική) είτε με μέσα διαφθοράς (απευθείας αναθέσεις και μεγαλύτερο δέσιμο του κράτους με συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα). Μόνο που αυτή η αναδιανομή ήταν σε βάρος των πολλών και υπερ των λίγων, των πολύ λίγων.
Ο Τσίπρας όμως έθεσε το μεγάλο δίλημμα. Θα υπάρχει επόμενη μέρα ή θα εξακολουθήσουμε τα επόμενα χρόνια να ζούμε το ίδιο έργο; Χωρίς να είμαι στο μυαλό ή στο περιβάλλον του Τσίπρα, θα έλεγα πως αυτό που αυτός αναζητεί τώρα είναι ένα νέο ταξίδι προς μια νέα Ιθάκη. Και αυτή βρίσκεται όχι σ’ αυτά που ειπώθηκαν στο Παλλάς, αλλά σ’ αυτά που έγραψε στο βιβλίο του. Και αυτά μπορούν να συμπυκνωθούν στο παρακάτω απόσπασμα: «Χρειαζόμασταν ένα κόμμα που θα διευρυνόταν ως τη Σοσιαλδημοκρατία, διατηρώντας όμως τα ριζοσπαστικά και λαϊκά χαρακτηριστικά του» (σ.544). Αν σήμερα έγραφε ένα αντίστοιχο βιβλίο ένας βέριταμπλ σοσιαλδημοκράτης θα μπορούσε να γράψει, κατ’ αναλογία με την παλιά δήλωση Μπερλινγκουέρ για τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» που είχε χάσει την προωθητική του δύναμη, πως «η σοσιαλδημοκρατία έχει προ πολλού χάσει την προωθητική της δύναμη και για να την επανακτήσει χρειάζεται να συναντηθεί με τον δημοκρατικό ριζοσπαστισμό».
Για να επανέλθω στην ομιλία Τσίπρα, το μείζον είναι πως σε αδρές γραμμές, θα μπορούσε και σε πιο χοντρές, περιέγραψε δυο σχέδια για την Ελλάδα. Ένα του trickle down economy- αναφέρθηκε ρητά στον όρο- που συσσωρεύει πλούτο στα υψηλά και τον ρίχνει μετά και στα χαμηλά. Αυτό δεν έγινε ποτέ. Και ένα μιας νέας προοδευτικής διακυβέρνησης που θα αναδιανέμει τον πλούτο στα χαμηλά. Ένα Σχέδιο «επανίδρυσης της πολιτικής και της οργανωτικής της υπόστασης».
Αν και δεν αναφέρθηκε στην ανάγκη επανεφεύρεσης της διάκρισης Αριστερά- Δεξιά, αυτή διέτρεχε εγκάρσια την ομιλία του. «Έδειξε πως έχει ολοκληρωμένη πολιτική πλατφόρμα που δεν είναι «κεντρώα», όπως τον κατηγορούσαν έως τώρα διάφοροι πρώην «υπερεπαναστάτες φίλοι του. Πλατφόρμα που θα εξειδικευτεί το επόμενο διάστημα», όπως έγραψε εδώ μέσα ο Βασίλης Σκουρής. Ο Τσίπρας έθεσε το δίλημμα Μητσοτάκης ή αλλαγή. Μόνο που δεν το έθεσε στον αέρα, αλλά προσπάθησε να το δέσει πάνω στην αντιπαράθεση αυτών των δυο εναλλακτικών σχεδίων. Η προσπάθεια χρειάζεται να συνεχιστεί. Αλλά η αρχή έγινε. Φτάνει να μην επαναληφθούν τα λάθη της περιόδου 2019-2023 που όπως ο ίδιος δηλώνει – σε πείσμα όσων τον κατηγορούν πως δεν έκανε την αυτοκριτική του γι’ αυτή την περίοδο, «ασκήσαμε μια παρωχημένη κριτική» στον Μητσοτάκη (σ. 590). Εδώ είμαστε, με νηφαλιότητα, να διαπιστώσουμε, αν το ταξίδι στη νέα Ιθάκη θα έχει αίσιο τέλος. Και αίσιο τέλος σημαίνει να μη μας βρει καμιά κυβέρνηση συνεργασίας της Δεξιάς με την Ακροδεξιά.
Τέλος ας μη ξεχάσουμε και το big bang που ανέφερε στο τέλος της ομιλίας του. Ίσως αυτό να είναι η άφιξη στη νέα Ιθάκη του τίτλου του άρθρου μου.
(Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι δρ κοινωνιολογίας και συγγραφέας)


























