Υπάρχει μια ανατριχιαστική σύμπτωση στις δύο συλλογικές τραγωδίες των τελευταίων χρόνων, του σιδηροδρομικού δυστυχήματος στα Τέμπη και της φωτιάς στο Μάτι. Η σχεδόν αυτόματη τάση της κυβερνητικής εξουσίας να μεταβιβάζει την προφανή ευθύνη της για την προστασία των πολιτών στο ασαφώς προσδιορισμένο ως προς τον χρόνο σύστημα. Οι «χρόνιες παθογένειες» και ο «λογαριασμός της Μεταπολίτευσης» που επικαλούνται οι κατά σύμβαση νουνεχείς επιτελείς του Μεγάρου Μαξίμου -αυτοί που αντικατέστησαν στην κεφαλή της επικοινωνίας εκείνους τους πολεμοχαρείς υπουργούς και πρώην βουλευτές του ΛΑ.Ο.Σ.- για να ερμηνεύσουν την τραγωδία των Τεμπών είναι το αντίστοιχο «της στραβής που έτυχε στη βάρδια» που επικαλέστηκε η τότε επικεφαλής της Περιφέρειας Αττικής για να ερμηνεύσει την τραγωδία του Ματιού.
Και στις δύο περιπτώσεις, η εξουσία επιχειρεί αγωνιωδώς να μειώσει, αν όχι να μηδενίσει, τη δική τους ευθύνη για την πλημμελή άσκηση του ρόλου τους εντάσσοντας στο κάδρο των ευθυνών τους προηγούμενους κατόχους της εκτελεστικής εξουσίας ή άλλους πολιτικούς θεσμούς που, στη θεωρία τουλάχιστον, λειτουργούν συμπληρωματικά ή ακόμα και τους ίδιους τους πολίτες. Το 2018, ο τότε Υπουργός Αμύνης κατηγόρησε ευθέως κατά την επίσκεψή του στον καμένο οικισμό τους ίδιους τους ιδιοκτήτες των παραθεριστικών κατοικιών ότι είχαν παρανομήσει, παρότι το ίδιο το κράτος είχε νομιμοποιήσει τη δόμηση στην περιοχή και παρότι το ίδιο το κράτος δεν είχε μεριμνήσει για την τήρηση ανοιχτών διόδων στη θάλασσα. Την περασμένη εβδομάδα, ο Υπουργός Επικρατείας έφτασε να κατηγορήσει ευθέως συγγενείς των θυμάτων του δυστυχήματος των Τεμπών ότι καθυστερούν τη δικαιοσύνη με τις παρεμβάσεις τους, παρότι μια σειρά αποκαλύψεων γύρω από τις συνθήκες του δυστυχήματος προήλθαν από τον προσωπικό αγώνα των συγγενών για τη συλλογή των στοιχείων που δεν ελήφθησαν εγκαίρως στον τόπο του δυστυχήματος. Η ρητορική της εξουσίας και στη μία και στην άλλη περίπτωση προσέθεσε αορίστως την ανεπαρκή λειτουργία άλλων θεσμών του κράτους, από δημάρχους έως ρυθμιστικές αρχές, ως συνυπαίτιους, αν όχι ως βασικούς υπαίτιους, και κορυφώθηκε με την υπόσχεση ότι η εξουσία της συγκυρίας θα προσπαθήσει τα μέγιστα στη μάχη με το Κακό.
Η υπερασπιστική γραμμή και στις δύο περιπτώσεις υποκρύπτει με τρόπο σαφή ένα ναρκισσιστικό σύνδρομο. Η εξουσία της συγκυρίας είναι εκείνη που έχει την ικανότητα και τη θέληση, σε αντίθεση με την προηγούμενη εξουσία, κάθε άλλον φορέα εξουσίας, αλλά και ένα μεγάλο μέρους του κοινού που στερείται και τα δύο. Όπως ακριβώς οι ναρκισσιστές που θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους από τους γύρω τους. Η πεποίθηση αυτή εκφράζεται μέσω απαιτήσεων, συκοφαντιών και άλλου είδους επιθετικών συμπεριφορών προς τους άλλους ή με υπερβολή των δικών τους επιτευγμάτων. Είναι μάλλον περιττό να υπογραμμιστούν οι συνέπειες του ναρκισσισμού της εξουσίας στο συλλογικό επίπεδο, γιατί όλοι γνωρίζουμε τις συνέπειές του στο διαπροσωπικό. Το ηθικό ή το τεχνοκρατικό πλεονέκτημα δεν μπορούν απλώς να πιστοποιούνται με υπεύθυνη δήλωση κάθε ναρκισσιστή της εξουσίας, αλλά πρέπει να αποδεικνύονται στο πεδίο δράσης τους. Και οι δύο πρόσφατες τραγωδίες της χώρας μας το μόνο που πιστοποιούν είναι η αγωνία τους να διασώσουν την προσεκτικά σμιλεμένη αυτό-εικόνα τους.
(Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας)




























