Απορριπτική ήταν η απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ σε υπόθεση φορολογουμένης που επιχείρησε να αμφισβητήσει δύο ατομικές ειδοποιήσεις καταβολής και υπερημερίας, οι οποίες είχαν εκδοθεί από το Κέντρο Βεβαίωσης και Είσπραξης (ΚΕΒΕΙΣ) Αττικής. Η ΔΕΔ δεν εξέτασε την ουσία των ισχυρισμών της προσφεύγουσας, καθώς έκρινε ότι η νέα προσφυγή που υπέβαλε ήταν διαδικαστικά απαράδεκτη.
Η υπόθεση αφορά δύο ειδοποιήσεις που κοινοποιήθηκαν στην ενδιαφερόμενη στις 5 Δεκεμβρίου 2025. Με τις συγκεκριμένες πράξεις, της ζητήθηκε να καταβάλει συνολικά ποσά 387.294,63 ευρώ και 390.384,62 ευρώ αντίστοιχα, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων. Τα ποσά αυτά της καταλογίστηκαν λόγω της ιδιότητάς της ως διαχειρίστριας εταιρείας που είχε ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές προς το Δημόσιο.
Η φορολογούμενη κατέθεσε ενδικοφανή προσφυγή στις 13 Ιανουαρίου 2026 ζητώντας την ακύρωση των δύο ειδοποιήσεων. Στην προσφυγή της υποστήριξε ότι δεν είχε την ιδιότητα της διαχειρίστριας της εταιρείας κατά τον κρίσιμο χρόνο, ενώ παράλληλα ανέφερε ότι δεν υπήρχε προσωπική της υπαιτιότητα για τις οφειλές. Επιπλέον, επικαλέστηκε παραβίαση των αρχών της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας, υποστηρίζοντας ότι η διοίκηση δεν έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης. Παράλληλα, έκανε αναφορά σε εκκρεμή ποινική διαδικασία, ζητώντας να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της διοικητικής κρίσης.
Ωστόσο, κατά την εξέταση του φακέλου, η ΔΕΔ διαπίστωσε ότι η ίδια φορολογούμενη είχε ήδη υποβάλει μία ημέρα νωρίτερα, στις 12 Ιανουαρίου 2026, άλλη ενδικοφανή προσφυγή με ακριβώς το ίδιο αντικείμενο και το ίδιο αίτημα. Για εκείνη την προσφυγή είχε ήδη εκδοθεί η απόφαση 1816/30.04.2026 της ΔΕΔ, με την οποία η υπόθεση είχε κριθεί και είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Η υπηρεσία επικαλέστηκε τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, σύμφωνα με τις οποίες δεν επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής από το ίδιο πρόσωπο κατά της ίδιας διοικητικής πράξης. Η νομοθεσία προβλέπει συγκεκριμένες εξαιρέσεις, οι οποίες όμως δεν συνέτρεχαν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Για τον λόγο αυτό, η νέα προσφυγή δεν μπορούσε να εξεταστεί εκ νέου και απορρίφθηκε χωρίς να αξιολογηθούν οι ουσιαστικοί ισχυρισμοί της προσφεύγουσας.































