Τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη διατηρούν ή ασκούν έλεγχο πάνω στις αμυντικές βιομηχανίες, ακόμη και χωρίς να διαθέτουν πλειοψηφικά πακέτα μετοχών, αναλύει νέα μελέτη του ευρωπαϊκού think tank Bruegel, η οποία καταγράφει τις διαφορετικές στρατηγικές που ακολουθούν μεγάλες δυνάμεις όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα, η Ρωσία αλλά και οι ευρωπαϊκές χώρες.
Η μελέτη με τίτλο «Who Controls the Defence Industry?» (Ποιος ελέγχει τη βιομηχανία άμυνας;) εξετάζει 112 από τις μεγαλύτερες αμυντικές εταιρείες σε 24 χώρες, επιχειρώντας να αποτυπώσει όχι μόνο τη μετοχική σύνθεση των επιχειρήσεων, αλλά και τους μηχανισμούς πραγματικής επιρροής που διαθέτουν τα κράτη. Όπως επισημαίνεται, η παραδοσιακή αντίληψη ότι ο έλεγχος μιας εταιρείας εξαρτάται αποκλειστικά από το ποσοστό συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο δεν ανταποκρίνεται πλέον στην πραγματικότητα της παγκόσμιας αμυντικής βιομηχανίας.
Σύμφωνα με τους ερευνητές Marco Becht, Juan Mejino-López και Guntram Wolff, οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν ένα ευρύ φάσμα εργαλείων επιρροής: ειδικά δικαιώματα ψήφου, χρυσές μετοχές, δικαιώματα διορισμού μελών διοικητικών συμβουλίων, περιορισμούς στις μεταβιβάσεις μετοχών, ακόμη και κανονιστικά ή θεσμικά πλαίσια που τους επιτρέπουν να παρεμβαίνουν στρατηγικά στις αποφάσεις των επιχειρήσεων.
Η έρευνα υπογραμμίζει ότι οι αμυντικές αγορές χαρακτηρίζονται από «ακραία εξειδίκευση περιουσιακών στοιχείων» και αμοιβαία εξάρτηση μεταξύ κρατών και εταιρειών. Ένα μαχητικό αεροσκάφος ή ένα πυραυλικό σύστημα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε άλλη αγορά, ενώ οι κυβερνήσεις εξαρτώνται συχνά από συγκεκριμένους προμηθευτές για κρίσιμα οπλικά συστήματα. Αυτό δημιουργεί, όπως σημειώνεται, ένα πλαίσιο «διμερούς μονοπωλίου», όπου τόσο τα κράτη όσο και οι εταιρείες αποκτούν ισχυρή διαπραγματευτική εξουσία.
Η μελέτη καταγράφει μεγάλες διαφορές ανά περιοχή. Στην Κίνα και τη Ρωσία κυριαρχεί το μοντέλο της πλήρους κρατικής ιδιοκτησίας και του απόλυτου κρατικού ελέγχου στις αμυντικές βιομηχανίες. Αντίθετα, στις Ηνωμένες Πολιτείες το κράτος δεν διαθέτει μετοχές στις μεγάλες αμυντικές εταιρείες, ωστόσο διατηρεί ισχυρή επιρροή μέσω των αμυντικών συμβολαίων, των κανονιστικών μηχανισμών ασφαλείας και της στενής διασύνδεσης στελεχών μεταξύ κυβέρνησης και βιομηχανίας.
Στην Ευρώπη, σύμφωνα με το Bruegel, έχει διαμορφωθεί ένα ενδιάμεσο μοντέλο, όπου τα κράτη διατηρούν μειοψηφικές συμμετοχές αλλά ενισχύουν την επιρροή τους μέσω ειδικών θεσμικών εργαλείων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι Safran, Airbus και Leonardo, όπου η κρατική επιρροή αποδεικνύεται σημαντικά μεγαλύτερη από ό,τι θα προέκυπτε μόνο από τα ποσοστά συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη Safran, όπου το γαλλικό Δημόσιο διαθέτει μόλις το 11,58% του κεφαλαίου, αλλά μέσω ειδικών δικαιωμάτων ψήφου και διορισμών στο διοικητικό συμβούλιο ασκεί δυσανάλογα ισχυρή επιρροή. Η γαλλική κυβέρνηση μπορεί να παρεμβαίνει σε στρατηγικές αποφάσεις, όπως η πώληση κρίσιμων περιουσιακών στοιχείων ή η μεταφορά τεχνολογίας.
Ακόμη πιο σύνθετη παρουσιάζεται η περίπτωση της Airbus. Η εταιρεία λειτουργεί μέσα από μια πολυεθνική αρχιτεκτονική, όπου Γαλλία, Γερμανία και Ισπανία συντονίζουν τη στάση τους μέσω συμφωνίας μετόχων, ενώ η εταιρεία έχει έδρα στην Ολλανδία. Οι τρεις κυβερνήσεις διαθέτουν συνολικά περίπου το 25,7% των μετοχών, ωστόσο η επιρροή τους ενισχύεται μέσω μηχανισμών έγκρισης διορισμών, ειδικών δικαιωμάτων σε αμυντικές δραστηριότητες και ελέγχου των ευαίσθητων θυγατρικών σε κάθε χώρα.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η διασυνοριακή συνεργασία στην αμυντική παραγωγή δημιουργεί νέα προβλήματα διακυβέρνησης. Όταν κρίσιμα εξαρτήματα ή λογισμικά παράγονται αποκλειστικά σε μία χώρα, τότε σε περιόδους κρίσης μπορεί να δημιουργηθούν σοβαροί κίνδυνοι εξάρτησης. Ως παράδειγμα αναφέρεται η αποπομπή της Τουρκίας από το πρόγραμμα των μαχητικών F-35 το 2019, μετά την αγορά ρωσικών συστημάτων αεράμυνας, γεγονός που οδήγησε στην ακύρωση παραδόσεων αεροσκαφών και σε έντονη πολιτική σύγκρουση με τις ΗΠΑ.
Στο ίδιο πλαίσιο, η μελέτη εισάγει την έννοια της «ομοσπονδιακής τμηματοποίησης» (federated segmentation), δηλαδή της κατανομής της παραγωγής και του ελέγχου σε εθνικές θυγατρικές, ώστε κάθε κράτος να διατηρεί κυριαρχία πάνω στις στρατηγικές δραστηριότητες που βρίσκονται στο έδαφός του. Το μοντέλο αυτό εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στον ευρωπαϊκό όμιλο πυραυλικών συστημάτων MBDA.
Η έρευνα αναδεικνύει επίσης την αυξανόμενη σημασία των οικογενειακών επιχειρηματικών ομίλων στην αμυντική βιομηχανία. Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Σουηδία, σημαντικές αμυντικές εταιρείες παραμένουν υπό τον έλεγχο οικογενειών ή ιδρυμάτων, γεγονός που, σύμφωνα με τους συντάκτες, προσφέρει στα κράτη μεγαλύτερη δυνατότητα άσκησης άτυπης επιρροής σε σχέση με εταιρείες που διαθέτουν πολυδιάσπαρτη μετοχική βάση.
Παράλληλα, το Bruegel επιχειρεί να αξιολογήσει και τον βαθμό «αυτοσυγκράτησης» των κρατών απέναντι στις εταιρείες που ελέγχουν. Δημιουργεί, έτσι, έναν δεύτερο δείκτη που εξετάζει κατά πόσο οι κυβερνήσεις δεσμεύονται σε κανόνες διαφάνειας, ανεξαρτησίας διοικητικών συμβουλίων και ίσης μεταχείρισης των μετόχων. Στη βάση αυτή, η Νορβηγία παρουσιάζεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα χώρας που συνδυάζει ισχυρό κρατικό έλεγχο με θεσμικούς κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης, μέσω της Kongsberg Gruppen.
Τέλος, σύμφωνα με τη μελέτη, η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών, η αβεβαιότητα στις γεωπολιτικές συμμαχίες και η εξάρτηση από αμερικανικά οπλικά συστήματα επαναφέρουν στο προσκήνιο το ερώτημα της στρατηγικής αυτονομίας. Οι συγγραφείς εκτιμούν ότι τα επόμενα χρόνια θα ενταθούν οι προσπάθειες δημιουργίας πιο ολοκληρωμένων ευρωπαϊκών αμυντικών δομών, χωρίς όμως να εξαλειφθούν πλήρως οι εθνικές επιδιώξεις ελέγχου και κυριαρχίας πάνω στις κρίσιμες βιομηχανικές δυνατότητες.































