Σημαντικές αλλαγές στις αποδοχές και στους όρους εργασίας φέρνει η επικείμενη επέκταση δύο νέων κλαδικών συλλογικών συμβάσεων στον κλάδο του μετάλλου, μια εξέλιξη που αναμένεται να επηρεάσει έως και 200.000 εργαζόμενους σε ολόκληρη τη χώρα. Σύμφωνα με πληροφορίες πρόκειται για τις συμβάσεις που έχουν ήδη υπογραφεί για τη βιομηχανία και τη βιοτεχνία μετάλλου και οι οποίες αποτελούν κομβικό βήμα για την επανενεργοποίηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων σε έναν από τους πιο κρίσιμους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας.
Από τη μία πλευρά, η σύμβαση της βιομηχανίας μετάλλου, που υπογράφηκε μεταξύ ΣΕΒ και Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου (ΠΟΕΜ), καλύπτει τις μεγάλες επιχειρήσεις παραγωγής και επεξεργασίας μετάλλου και προβλέπει αυξήσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν μεσοσταθμικά το 10,5%, σε δύο φάσεις έως το 2026. Από την άλλη, η σύμβαση της βιοτεχνίας μετάλλου, με τη συμμετοχή της ΓΣΕΒΕΕ και των επαγγελματικών οργανώσεων του κλάδου, αφορά κυρίως μικρότερες επιχειρήσεις και διαμορφώνει ένα διαφορετικό μισθολογικό πλαίσιο, με κλιμακωτές αυξήσεις και έμφαση στα επιδόματα.
Οι νέες ρυθμίσεις οδηγούν σε αύξηση των κατώτατων κλαδικών αποδοχών. Οι μισθοί διαμορφώνονται πλέον από περίπου 980 ευρώ και φτάνουν ή και ξεπερνούν τα 1.280 ευρώ, ανάλογα με την ειδικότητα, την εμπειρία και τη θέση ευθύνης. Για τους ειδικευμένους εργατοτεχνίτες χωρίς προϋπηρεσία, οι αποδοχές κινούνται κοντά στα 973 έως 987 ευρώ, επίπεδα υψηλότερα από τον γενικό κατώτατο μισθό. Η διαφορά αυτή καθίσταται ακόμη μεγαλύτερη για εργαζόμενους με εμπειρία ή αυξημένα καθήκοντα.
Καθοριστικό ρόλο στο τελικό ύψος των αποδοχών διαδραματίζουν τα επιδόματα, τα οποία ενισχύονται και αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει το επίδομα επίβλεψης, που ανέρχεται περίπου στα 70 ευρώ μηνιαίως, καθώς και το επίδομα ειδικών συνθηκών, το οποίο κυμαίνεται από 10% έως και 20% επί του βασικού μισθού, ανάλογα με τη φύση και την επικινδυνότητα της εργασίας. Οι πρόσθετες αυτές παροχές αυξάνουν σημαντικά το τελικό εισόδημα, ιδίως σε τεχνικά επαγγέλματα με αυξημένες απαιτήσεις.
Παράλληλα, επανέρχεται σε πλήρη εφαρμογή ο θεσμός των τριετιών, συνδέοντας εκ νέου τις αποδοχές με την προϋπηρεσία. Προβλέπονται έξι τριετίες για τους ημερομίσθιους, με προσαύξηση 5% ανά τριετία, και τρεις για τους μισθωτούς, με προσαύξηση 10%. Σε βάθος χρόνου, οι αυξήσεις αυτές μπορούν να φτάσουν ή και να ξεπεράσουν το 30%, ενισχύοντας σημαντικά τη μισθολογική εξέλιξη και δημιουργώντας σταθερότερες προοπτικές για τους εργαζόμενους.
Η σημαντικότερη, ωστόσο, αλλαγή αφορά την προοπτική επέκτασης των συμβάσεων στο σύνολο του κλάδου. Εφόσον αυτές κηρυχθούν γενικώς υποχρεωτικές, οι όροι τους θα εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως συμμετοχής στις διαπραγματεύσεις. Αυτό σημαίνει ότι εργαζόμενοι που σήμερα αμείβονται με τον κατώτατο μισθό θα υποχρεωτικά μεταφερθούν στα υψηλότερα κλαδικά επίπεδα, περιορίζοντας παράλληλα τις μεγάλες μισθολογικές αποκλίσεις που παρατηρούνται εντός του ίδιου κλάδου.
Η βασική αλλαγή αφορά τη μείωση του ποσοστού κάλυψης εργαζομένων που απαιτείται για να κηρυχθεί μια σύμβαση γενικώς υποχρεωτική. Το όριο πέφτει από το 50% στο 40%, μια παρέμβαση που, αν και αριθμητικά μικρή, έχει μεγάλη πρακτική σημασία, καθώς διευκολύνει σημαντικά την ενεργοποίηση της διαδικασίας.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι περισσότερες συλλογικές συμβάσεις θα μπορούν να επεκτείνονται και να δεσμεύουν το σύνολο των επιχειρήσεων ενός κλάδου. Οι μισθολογικοί και θεσμικοί όροι θα γίνονται υποχρεωτικοί για όλους, περιορίζοντας τα περιθώρια για χαμηλότερες αμοιβές και αθέμιτο ανταγωνισμό.
Για τους εργαζόμενους, το όφελος είναι άμεσο και μετρήσιμο. Όσοι σήμερα αμείβονται με τον κατώτατο μισθό των 880 ευρώ, μετά την επέκταση των συμβάσεων θα πρέπει να λαμβάνουν τους κλαδικούς μισθούς, που είναι υψηλότεροι και συνοδεύονται από επιδόματα. Σε πολλές περιπτώσεις, η διαφορά δεν περιορίζεται μόνο σε μικρές αυξήσεις.






























