Σε μείζον ζήτημα αναδεικνύεται η «επιμονή» της φορολογικής διοίκησης να θέτει αυστηρούς όρους για την εφαρμογή ευνοϊκότερων φορολογικών κυρώσεων, με το Συμβούλιο της Επικρατείας να βάζει φρένο σε πρακτικές που, όπως κρίνει, υπερβαίνουν τα όρια του νόμου.
Σε υπόθεση που έφτασε πρόσφατα ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατόπιν προσφυγής της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, η φορολογική διοίκηση επιχείρησε να θεμελιώσει μια σαφή και αυστηρή θέση: ότι η εφαρμογή ευνοϊκότερης διάταξης για πρόσθετο φόρο δεν είναι άνευ όρων, αλλά προϋποθέτει συγκεκριμένες δεσμεύσεις από τον φορολογούμενο. Κατά το σκεπτικό της, όποιος επιδιώκει να επωφεληθεί από μειωμένο πρόστιμο οφείλει να αποδεχθεί την παράβαση, να παραιτηθεί από κάθε ένδικο μέσο και να καταβάλει άμεσα το ποσό που του έχει καταλογιστεί.
Η απάντηση του Συμβουλίου της Επικρατείας ήταν κατηγορηματική. Οι όροι αυτοί, έκρινε, δεν είναι απλώς αυστηροί, αλλά αντισυνταγματικοί. Παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας και, κυρίως, περιορίζουν αδικαιολόγητα το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, το οποίο δεν μπορεί να τίθεται υπό αίρεση ή διαπραγμάτευση.
Η σημασία της απόφασης αποτυπώνεται καθαρά στην καθημερινότητα των φορολογουμένων. Ένας πολίτης που θεωρεί ότι έχει αδικηθεί από έναν έλεγχο δεν είναι υποχρεωμένος να «ομολογήσει» μια παράβαση μόνο και μόνο για να μειώσει το πρόστιμο. Αντίστοιχα, κάποιος που έχει ήδη προσφύγει στη Δικαιοσύνη δεν μπορεί να εξαναγκαστεί να αποσύρει την προσφυγή του ως τίμημα για ευνοϊκότερη μεταχείριση.
Το ίδιο ισχύει και για όσους δεν διαθέτουν άμεσα τα απαιτούμενα ποσά. Η απαίτηση για εφάπαξ καταβολή της οφειλής αποκλείει στην πράξη ένα μεγάλο μέρος των φορολογουμένων, δημιουργώντας μια άνιση κατάσταση όπου μόνο οι οικονομικά ισχυρότεροι μπορούν να επωφεληθούν. Παράλληλα, επιχειρήσεις που βρίσκονται ήδη υπό πίεση θα οδηγούνταν σε ασφυκτικά διλήμματα, ανάμεσα στη βιωσιμότητά τους και στο δικαίωμα δικαστικής διεκδίκησης.
Την ίδια στιγμή, η επιβολή τέτοιων όρων θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά για τον έλεγχο της ίδιας της διοίκησης. Αν οι φορολογούμενοι αποθαρρύνονται από το να προσφύγουν στα δικαστήρια, περιορίζεται και η δυνατότητα εντοπισμού λαθών ή αυθαιρεσιών, πλήττοντας τη διαφάνεια.




























