Τα συμβουλευτικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης λειτουργούν βάσει καθορισμένων διαδικασιών και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη νομοθετική διαδικασία, ωστόσο αντιμετωπίζουν προβλήματα ως προς τον χρονισμό των γνωμοδοτήσεων και τη μέτρηση του πραγματικού τους αντικτύπου, σύμφωνα με ειδική έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Σύμφωνα με την έκθεση, τα δύο βασικά συμβουλευτικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Περιφερειών, έχουν ως αποστολή να παρέχουν γνωμοδοτήσεις και εξειδικευμένες συμβουλές προς τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Οι γνωμοδοτήσεις αυτές δεν είναι δεσμευτικές, ωστόσο αποτελούν σημαντικό εργαλείο συμμετοχικής δημοκρατίας, καθώς επιτρέπουν σε εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών, των εργαζομένων, των εργοδοτών και των τοπικών αρχών να συμβάλλουν στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.
Η έκθεση διαπιστώνει ότι οι διαδικασίες που εφαρμόζουν οι δύο επιτροπές για την παραγωγή γνωμοδοτήσεων είναι σε γενικές γραμμές επαρκείς και περιλαμβάνουν μηχανισμούς διαχείρισης ποιότητας, εσωτερικούς ελέγχους, διαβουλεύσεις με ενδιαφερόμενους φορείς και διαδικασίες επανεξέτασης των κειμένων πριν από την τελική έγκριση. Παράλληλα, χρησιμοποιούνται συχνά εμπειρογνώμονες για την υποστήριξη των εισηγητών και την παροχή εξειδικευμένων γνώσεων.
Ωστόσο, εντοπίζονται σημαντικές αδυναμίες στη διαδικασία επιλογής εμπειρογνωμόνων, καθώς δεν υπάρχουν πάντα σαφή και διαφανή κριτήρια επιλογής, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους μεροληψίας και να επηρεάσει την αξιοπιστία των οργάνων. Η έκθεση επισημαίνει την ανάγκη δημιουργίας πιο διαφανών διαδικασιών και μητρώων εμπειρογνωμόνων, ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η ποιότητα των γνωμοδοτήσεων.
Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα που αναδεικνύεται είναι ο χρόνος υποβολής των γνωμοδοτήσεων. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι γνωμοδοτήσεις των επιτροπών υποβάλλονται όταν η νομοθετική διαδικασία βρίσκεται ήδη σε προχωρημένο στάδιο, με αποτέλεσμα να μειώνεται η πιθανότητα να επηρεάσουν ουσιαστικά τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Ο χρονισμός θεωρείται κρίσιμος παράγοντας, καθώς οι γνωμοδοτήσεις πρέπει να κατατίθενται πριν από σημαντικά νομοθετικά ορόσημα, όπως οι συζητήσεις και οι ψηφοφορίες στις κοινοβουλευτικές επιτροπές.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή τήρησε τις θεσμικές προθεσμίες σε σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό σε σύγκριση με την Επιτροπή των Περιφερειών, ωστόσο και στις δύο περιπτώσεις παρατηρούνται καθυστερήσεις. Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχουν επαρκή συστήματα παρακολούθησης των προθεσμιών και των καθυστερήσεων, γεγονός που δυσκολεύει τον εντοπισμό προβλημάτων και την εφαρμογή διορθωτικών μέτρων.
Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της έκθεσης αφορά τη μέτρηση του αντικτύπου των γνωμοδοτήσεων. Παρότι οι επιτροπές παρακολουθούν τον αριθμό των γνωμοδοτήσεων, τις αναφορές στα μέσα ενημέρωσης και άλλους δείκτες προβολής, δεν διαθέτουν συστηματικούς μηχανισμούς για να αξιολογούν κατά πόσο οι προτάσεις τους ενσωματώνονται τελικά στην ευρωπαϊκή νομοθεσία. Με άλλα λόγια, μετράται περισσότερο η δραστηριότητα και λιγότερο η πραγματική επιρροή των γνωμοδοτήσεων στις πολιτικές αποφάσεις. Η έκθεση προτείνει την ανάπτυξη δεικτών απόδοσης και συστημάτων παρακολούθησης που θα επιτρέπουν την αξιολόγηση της επιρροής των γνωμοδοτήσεων στη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και την ενίσχυση της παρακολούθησης των προθεσμιών και τη βελτίωση της διαφάνειας στην επιλογή εμπειρογνωμόνων.































