Αυξανόμενο ενδιαφέρον καταγράφεται στις ΗΠΑ γύρω από τη λεγόμενη «φορολογική ανυπακοή» (tax resistance), δηλαδή την άρνηση πληρωμής φόρων ως μορφή πολιτικής διαμαρτυρίας, με αφορμή τον πόλεμο στο Ιράν και τις κινητοποιήσεις κατά της μεταναστευτικής πολιτικής και της υπηρεσίας ICE. Ωστόσο, ειδικοί προειδοποιούν ότι όσοι επιλέγουν να μην πληρώσουν φόρους κινδυνεύουν με βαριά πρόστιμα, κατασχέσεις και ακόμη και ποινικές κυρώσεις.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση δικηγόρου από το Σικάγο, η οποία δήλωσε δημόσια ότι δεν θα πληρώσει τον ομοσπονδιακό φόρο εισοδήματος που οφείλει, ύψους περίπου 8.800 δολαρίων, ως μορφή διαμαρτυρίας για τις δαπάνες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, τη μεταναστευτική πολιτική και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ στο Ιράν. Η ίδια υπέβαλε κανονικά φορολογική δήλωση, αλλά επέλεξε συνειδητά να μην καταβάλει το ποσό, τονίζοντας ότι η διαμαρτυρία της στρέφεται κατά των κυβερνητικών επιλογών και όχι κατά της φορολογίας γενικά.
H μη πληρωμή φόρων παραμένει παράνομη και μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές συνέπειες
Φοροτεχνικοί και ακαδημαϊκοί επισημαίνουν ότι η έκφραση δυσαρέσκειας προς την κυβέρνηση είναι νόμιμη, όμως η μη πληρωμή φόρων παραμένει παράνομη και μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές συνέπειες. Εκτός από πρόστιμα και τόκους που αρχίζουν να συσσωρεύονται άμεσα, οι φορολογούμενοι μπορεί να αντιμετωπίσουν κατασχέσεις μισθών, δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων ή ακόμη και ποινικές διώξεις. Τα ομοσπονδιακά δικαστήρια, σύμφωνα με ειδικούς, έχουν μακρά ιστορία απορρίψεων επιχειρημάτων φορολογικής άρνησης και σε ορισμένες περιπτώσεις επιβάλλουν επιπλέον κυρώσεις.
Ιστορικά εμφανίζεται συχνότερα σε περιόδους πολέμου ή έντονων πολιτικών αντιπαραθέσεων
Το φαινόμενο της φορολογικής αντίστασης δεν είναι νέο στις ΗΠΑ. Ιστορικά εμφανίζεται συχνότερα σε περιόδους πολέμου ή έντονων πολιτικών αντιπαραθέσεων, όταν ορισμένοι πολίτες επιλέγουν να παρακρατήσουν μέρος ή το σύνολο των φόρων τους ως μορφή διαμαρτυρίας για κρατικές πολιτικές. Σύμφωνα με οργανώσεις που ασχολούνται με το θέμα, το ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη πρακτική έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ιδίως μετά τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τις πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ.
Οι τρόποι με τους οποίους εκδηλώνεται η φορολογική άρνηση διαφέρουν. Κάποιοι φορολογούμενοι υποβάλλουν κανονικά δήλωση αλλά δεν πληρώνουν το ποσό που οφείλουν, άλλοι πληρώνουν μικρότερο ποσό από το προβλεπόμενο, ενώ ορισμένοι δεν υποβάλλουν καθόλου φορολογική δήλωση, κάτι που συνεπάγεται ακόμη αυστηρότερες κυρώσεις.
Η αμερικανική φορολογική υπηρεσία έχει ξεκαθαρίσει ότι ηθικές ή θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν απαλλάσσουν τους πολίτες από την υποχρέωση πληρωμής φόρων. Σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης επιβάλλεται πρόστιμο που μπορεί να φτάσει το 5% του οφειλόμενου φόρου για κάθε μήνα καθυστέρησης, έως και το 25% του συνολικού ποσού, ενώ επιβάλλονται και τόκοι. Υπάρχει επίσης πρόστιμο για μη πληρωμή φόρου, καθώς και πρόσθετες κυρώσεις σε περιπτώσεις ψευδών δηλώσεων ή φοροδιαφυγής.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αρχές μπορούν να προχωρήσουν σε συμψηφισμό επιστροφών φόρου, κατάσχεση μισθών ή τραπεζικών λογαριασμών, δέσμευση περιουσίας και άλλες ενέργειες είσπραξης. Σε σοβαρές υποθέσεις, η μη πληρωμή φόρων μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε ποινικές διώξεις και φυλάκιση.
Παρά τις προειδοποιήσεις, ορισμένοι φορολογούμενοι συνεχίζουν τη συγκεκριμένη πρακτική για χρόνια, αποδεχόμενοι το οικονομικό κόστος και τις κυρώσεις ως μέρος της πολιτικής τους διαμαρτυρίας. Ωστόσο, ειδικοί τονίζουν ότι όσοι εξετάζουν μια τέτοια επιλογή θα πρέπει να γνωρίζουν ότι οι συνέπειες μπορεί να εμφανιστούν ακόμη και μετά από πολλά χρόνια, καθώς οι φορολογικές αρχές μπορούν να κινηθούν εναντίον τους σε μεταγενέστερο χρόνο.































