Παρά την εντυπωσιακή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μετά την κρίση χρέους, σημαντικές αδυναμίες εξακολουθούν να περιορίζουν την ανάπτυξη και τη σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου με την υπόλοιπη Ευρωζώνη, σύμφωνα με ανάλυση – ανάρτηση στο blog της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζαςblog της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ποιότητα των θεσμών, η οποία θεωρείται ένας από τους βασικούς παράγοντες που εξακολουθούν να κρατούν πίσω την ελληνική οικονομία.
Η ΕΚΤ αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα πέτυχε σημαντική πρόοδο την τελευταία δεκαετία, με εξυγίανση των τραπεζών, αύξηση των εξαγωγών, άνοδο των επενδύσεων και μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ωστόσο, τονίζει ότι η ανάκαμψη παραμένει «σε εξέλιξη» και ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές κληρονομιές της κρίσης που επιβαρύνουν την οικονομία.
Ένα από τα βασικά προβλήματα είναι το ιδιωτικό χρέος που βρίσκεται πλέον εκτός τραπεζικού συστήματος, σε funds και εταιρείες διαχείρισης δανείων. Η επίλυση αυτών των οφειλών προχωρά αργά λόγω καθυστερήσεων στα δικαστήρια, γραφειοκρατικών εμποδίων και προβλημάτων στις διαδικασίες πλειστηριασμών και ρυθμίσεων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα πολλά νοικοκυριά και επιχειρήσεις να παραμένουν αποκλεισμένα από τραπεζική χρηματοδότηση, περιορίζοντας τις επενδύσεις και την ανάπτυξη.
Παράλληλα, η ανάλυση της ΕΚΤ επισημαίνει ότι, παρά τις αλλαγές στο οικονομικό μοντέλο, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει χαμηλότερη παραγωγικότητα και χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρωζώνη. Οι προβλέψεις δείχνουν ότι ακόμη και το 2030 το ελληνικό εισόδημα θα παραμένει περίπου στο 70% του μέσου όρου της Ευρωζώνης, γεγονός που δείχνει ότι η πραγματική σύγκλιση προχωρά πολύ αργά.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στην ανάλυση στο ζήτημα της ποιότητας των θεσμών στην Ελλάδα. Σύμφωνα με την ανάλυση, παρά τη βελτίωση της τελευταίας δεκαετίας, η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σε βασικούς δείκτες όπως η αποτελεσματικότητα του κράτους, η ποιότητα της νομοθέτησης και των κανονισμών, η ταχύτητα και αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης και ο έλεγχος της διαφθοράς. Η ΕΚΤ υπογραμμίζει ότι οι θεσμοί παίζουν καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία ενός σταθερού επιχειρηματικού περιβάλλοντος, στην προσέλκυση επενδύσεων, στην καινοτομία και τελικά στην παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Μάλιστα, σύμφωνα με την ΕΚΤ, εάν η Ελλάδα κατάφερνε να βελτιώσει την ποιότητα των θεσμών της στο επίπεδο του μέσου όρου της Ευρωζώνης, θα μπορούσε να αυξηθεί σημαντικά το ποσοστό των ιδιωτικών επενδύσεων που κατευθύνονται σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας. Αν η χώρα έφτανε το επίπεδο των καλύτερων χωρών της Ευρωζώνης, οι επενδύσεις σε τεχνολογικούς κλάδους θα μπορούσαν να αυξηθούν ακόμη περισσότερο, αλλάζοντας τη δομή της οικονομίας και ενισχύοντας την ανάπτυξη μακροπρόθεσμα.
Η ανάλυση της ΕΚΤ επισημαίνει επίσης ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει προβλήματα όπως η χαμηλή συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, η γήρανση του πληθυσμού, η ανάγκη για καλύτερη εκπαίδευση και επανεκπαίδευση εργαζομένων και η ανάγκη ενίσχυσης της καινοτομίας και της τεχνολογικής ανάπτυξης. Όλα αυτά συνδέονται άμεσα με τη λειτουργία των θεσμών και την αποτελεσματικότητα του κράτους.
Τέλος, σύμφωνα με την ανάλυση αν και το δημόσιο χρέος μειώνεται, παραμένει πολύ υψηλό και μεγάλο μέρος του εξακολουθεί να οφείλεται σε δάνεια προς ευρωπαϊκούς θεσμούς, κάτι που σημαίνει ότι η χώρα θα συνεχίσει να βρίσκεται υπό δημοσιονομική πίεση για πολλά χρόνια.

































