Το ελβετικό φράγκο κατέγραψε άνοδο σε υψηλό 11ετίας έναντι του δολαρίου, ενισχύοντας τις ανησυχίες των ελβετικών αρχών για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η ισχυροποίηση του νομίσματος στην οικονομία της χώρας.
Όπως μεταδίδει το CNBC, το 2026 ξεκίνησε με έντονη στροφή των επενδυτών προς τα λεγόμενα ασφαλή καταφύγια, σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας, ωθώντας τόσο τον χρυσό όσο και το ελβετικό φράγκο σε πολυετή υψηλά.
Το ελβετικό νόμισμα έχει ενισχυθεί κατά περίπου 3,5% έναντι του δολαρίου από τις αρχές του έτους, μετά από άνοδο 12,7% το 2025, με βασικούς καταλύτες την απρόβλεπτη εμπορική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, τις αμφιβολίες γύρω από την ανεξαρτησία της Federal Reserve και τις γεωπολιτικές εντάσεις που ενισχύουν τη ζήτηση για ασφαλή περιουσιακά στοιχεία. Την Τρίτη, το φράγκο άγγιξε το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 11 ετών έναντι του δολαρίου, διατηρώντας τη δυναμική του και τις επόμενες ώρες.
Στο περιθώριο του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός, ο πρόεδρος της Ελβετική Εθνική Τράπεζα, Martin Schlegel, προειδοποίησε ότι η κλιμάκωση της γεωπολιτικής αβεβαιότητας περιπλέκει σημαντικά τη νομισματική πολιτική. Όπως ανέφερε, το ελβετικό φράγκο λειτουργεί παραδοσιακά ως ασφαλές καταφύγιο, γεγονός που οδηγεί σε ανατίμηση του νομίσματος σε περιόδους διεθνούς αναταραχής, ασκώντας πιέσεις στην οικονομία και δυσκολεύοντας τους χειρισμούς της κεντρικής τράπεζας.
Η ισχυροποίηση του φράγκου αποτελεί ιδιαίτερη πρόκληση για την Ελβετία, καθώς η οικονομία της βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εξαγωγές και ο πληθωρισμός κινείται σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Με τον δείκτη τιμών καταναλωτή στο 0,1% και το βασικό επιτόκιο στο 0%, η χώρα βρίσκεται κοντά στο όριο του αποπληθωρισμού. Σύμφωνα με αναλυτές, η περαιτέρω άνοδος του νομίσματος ενδέχεται να εντείνει τις αποπληθωριστικές πιέσεις, συμπιέζοντας τα περιθώρια κέρδους των εξαγωγικών επιχειρήσεων και επηρεάζοντας αρνητικά μισθούς και επενδύσεις.
Ο Giuliano Bianchi από το Quantitas Institute και το EHL Hospitality Business School σημείωσε ότι η ζήτηση για βασικά ελβετικά εξαγωγικά προϊόντα, όπως τα φαρμακευτικά, τα προϊόντα υψηλής ακρίβειας και οι υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας, παραμένει σχετικά ανελαστική ως προς τις τιμές. Αυτό σημαίνει ότι η ανατίμηση του φράγκου δεν οδηγεί σε ουσιαστική μείωση της εξωτερικής ζήτησης, περιορίζοντας τον μηχανισμό που θα μπορούσε να σταθεροποιήσει τη συναλλαγματική ισοτιμία.
Η Ελβετική Εθνική Τράπεζα έχει στο παρελθόν καταφύγει τόσο σε αρνητικά επιτόκια όσο και σε παρεμβάσεις στην αγορά συναλλάγματος για να συγκρατήσει την άνοδο του φράγκου. Αν και το 2022 τερματίστηκε μια επταετής περίοδος αρνητικών επιτοκίων, ο Schlegel ξεκαθάρισε ότι, εφόσον κριθεί αναγκαίο, η SNB δεν αποκλείει την επιστροφή σε αυτό το εργαλείο, παρά τη μεγάλη του αντιδημοφιλία στους αποταμιευτές και τις τράπεζες.
Παράλληλα, η επιλογή των συναλλαγματικών παρεμβάσεων θεωρείται πολιτικά ευαίσθητη, ιδιαίτερα μετά τις εμπορικές εντάσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η κυβέρνηση του Donald Trump είχε επιβάλει υψηλούς δασμούς στην Ελβετία, επικαλούμενη μεταξύ άλλων ανησυχίες για νομισματικές πρακτικές, γεγονός που υποχρεώνει τη Βέρνη να κινείται με προσοχή ώστε να μην αναζωπυρώσει τις σχέσεις με την Ουάσιγκτον.
Αναλυτές εκτιμούν, πάντως, ότι η μακροπρόθεσμη ελκυστικότητα του φράγκου ως σταθερού και αξιόπιστου νομίσματος δύσκολα θα υπονομευθεί. Όπως επισημαίνουν, η ισχυρή θέση της Ελβετίας ως ασφαλούς καταφυγίου, οι υψηλές τιμές του χρυσού και το επίμονο πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών συνεχίζουν να στηρίζουν το νόμισμα, ακόμη και αν η κεντρική τράπεζα αναγκαστεί να παρέμβει.
Ο Martin Schlegel, πάντως, ξεκαθάρισε από το Νταβός ότι η SNB παραμένει προσηλωμένη στην αποστολή της για τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών και της οικονομίας. «Είμαστε έτοιμοι να παρέμβουμε στην αγορά συναλλάγματος, αν χρειαστεί», τόνισε, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο δυναμικών κινήσεων, ακόμη και αν αυτές ενέχουν πολιτικό κόστος.




























