Η νέα έκρηξη κοινωνικών κινητοποιήσεων στο Ιράν συνδέεται άμεσα με τη βαθιά επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών, με καθοριστικό σημείο την κατάρρευση του εθνικού νομίσματος στα τέλη Δεκεμβρίου.
Στις 28 του μήνα, το ιρανικό ριάλ υποχώρησε σε ιστορικό χαμηλό έναντι του δολαρίου, προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις στην αγορά, απότομες αυξήσεις τιμών και σοβαρές δυσλειτουργίες στο εμπόριο.
Η πτώση του νομίσματος είχε άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινή οικονομική δραστηριότητα. Οι τιμές βασικών αγαθών αναπροσαρμόζονταν σχεδόν σε ημερήσια βάση, ενώ η αβεβαιότητα για το κόστος εισαγόμενων προϊόντων οδήγησε πολλούς εμπόρους στην αναστολή λειτουργίας τους. Στην Τεχεράνη, αλλά και σε άλλα μεγάλα αστικά κέντρα, τα παζάρια έκλεισαν μαζικά, διακόπτοντας τη ροή εμπορευμάτων και ρευστότητας σε μια ήδη πιεσμένη οικονομία.
Η κρίση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο μακροχρόνιων οικονομικών προβλημάτων. Ο πληθωρισμός παραμένει επί χρόνια σε επίπεδα άνω του 40%, διαβρώνοντας σταθερά την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Τα πραγματικά εισοδήματα έχουν μειωθεί αισθητά, ενώ η ανεργία και η επισφαλής εργασία επηρεάζουν ιδιαίτερα τους νέους και τους κατοίκους της περιφέρειας. Οι ανισότητες μεταξύ αστικών κέντρων και φτωχότερων επαρχιών έχουν διευρυνθεί, εντείνοντας τις κοινωνικές πιέσεις.
Καθοριστικό ρόλο στην επιδείνωση της κατάστασης παίζουν και οι διεθνείς κυρώσεις. Η επανεπιβολή περιορισμών από τις Ηνωμένες Πολιτείες και ευρωπαϊκές χώρες, σε συνδυασμό με το αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα, έχει περιορίσει την πρόσβαση του Ιράν σε ξένο συνάλλαγμα, επενδύσεις και διεθνείς αγορές. Παράλληλα, οι πρόσφατες στρατιωτικές εντάσεις με το Ισραήλ επιβάρυναν το οικονομικό κλίμα, αυξάνοντας το κόστος ασφάλειας και αποθαρρύνοντας περαιτέρω την επιχειρηματική δραστηριότητα.
Η κυβέρνηση επιχείρησε να περιορίσει τις επιπτώσεις με παρεμβάσεις στη νομισματική πολιτική και με αλλαγές στη διοίκηση της κεντρικής τράπεζας, καθώς και με την ανακοίνωση περιορισμένων οικονομικών ενισχύσεων προς τα νοικοκυριά. Ωστόσο, οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι τα μέτρα αυτά δεν αντιμετωπίζουν τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας, όπως τη χαμηλή παραγωγικότητα, τη διαφθορά και την εξάρτηση από το πετρέλαιο.























