Ο εισαγωγικός διαγωνισμός της ΕΣΔι Δικαστικών Υπαλλήλων αποτελεί για χιλιάδες υποψηφίους μια απαιτητική αλλά και απολύτως εφικτή δοκιμασία, αρκεί η προετοιμασία να γίνεται μεθοδικά και με σωστή κατανόηση της εξεταστέας ύλης.
Το Σύνταγμα και οι δικονομίες (πολιτική, ποινική και διοικητική) δεν εξετάζονται αποσπασματικά, αλλά μέσα από ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής που ελέγχουν όχι μόνο τη γνώση της διάταξης, αλλά και την ικανότητα του υποψηφίου να την αναγνωρίζει και να την εφαρμόζει.
Οι ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής δεν είναι παιχνίδι τύχης. Περιέχουν σχεδόν πάντα λέξεις κλειδιά που λειτουργούν ως οδηγοί και μας κατευθύνουν στον σωστό κώδικα και στη σωστή διάταξη. Η σωστή απάντηση δεν προκύπτει από αποστήθιση, αλλά από αναζήτηση, ανάγνωση και κατανόηση του νόμου.
Συνήθως, η ίδια η σχολή σας καθοδηγεί προς το σωστό νομοθέτημα. Είτε μέσω του τίτλου της ενότητας (π.χ. «Συνταγματικό Δίκαιο»), είτε επειδή η ίδια η ερώτηση ξεκινά με διατύπωση όπως «Σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας …», είτε ακόμη γιατί η εκφώνηση ή οι απαντήσεις περιέχουν λέξεις κλειδιά όπως «κατηγορούμενος», «μάρτυρας», «ένορκος» που σας οδηγούν πρώτα στο σωστό νομοθέτημα, όπου εδώ εν προκειμένω είναι η Ποινική Δικονομία. Αφού αναγνωρίσετε σε ποιον κώδικα πρέπει να ανατρέξετε, χρησιμοποιείτε τα περιεχόμενα ή το ευρετήριο για να εντοπίσετε τη συγκεκριμένη διάταξη που δίνει τη λύση.
Η κάθε εξέταση έχει διάρκεια τριών (3) ωρών και περιλαμβάνει δεκαπέντε (15) ερωτήσεις, κυρίως πολλαπλής επιλογής, ενώ δεν αποκλείεται ορισμένες από αυτές να απαιτούν και ανάπτυξη. Δεδομένου ότι σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να ζητηθεί ρητά η αναφορά σε άρθρο και παράγραφο, είναι σημαντικό να εξοικειωθείτε από τώρα με την πρακτική της καταγραφής της διάταξης από την οποία αντλήσατε την απάντησή σας. Παράλληλα, πρέπει να έχετε υπόψη ότι πολλές απαντήσεις δεν προκύπτουν από μηχανική αναπαραγωγή του άρθρου, αλλά από ουσιαστική κατανόηση του περιεχόμενου και της εφαρμογής του.
Στόχος του παρακάτω υποδείγματος εξεταστικής δοκιμασίας είναι διπλός: αφενός να σας φέρει σε επαφή με ρεαλιστικά εξεταστικά παραδείγματα, όπως αυτά που συναντώνται στους διαγωνισμούς της ΕΣΔι δικαστικών υπαλλήλων, και αφετέρου να σας βοηθήσει να εξασκηθείτε στη σωστή τεχνική επίλυσης αυτών, δηλαδή στον εντοπισμό της κρίσιμης λέξης, στο άνοιγμα του κατάλληλου κώδικα και στη διασταύρωση της απάντησης με το ακριβές γράμμα της διάταξης.
ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
1. Ποιο όργανο αποφασίζει για τις μεταθέσεις των δικαστικών λειτουργών;
Α. Το Υπουργικό Συμβούλιο
Β. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο
Γ. Η Ολομέλεια της βουλής
2. Σύμφωνα με το Σύνταγμα από τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων μπορεί να εξαιρούνται:
Α. ειδικές κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων, όπως νόμος ορίζει
Β. ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι που κατέχουν θέσεις εκτός της υπαλληλικής ιεραρχίας, όπως νόμος ορίζει
Γ. δημόσιοι υπάλληλοι, στους οποίους επιβάλλεται ποινή περί άρσης της μονιμότητας τους, με απόφαση του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους
3. Οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου:
Α. εκδίδονται με απόφαση της βουλής
Β. εκδίδονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και υπόκεινται σε έγκριση της βουλής
Γ. εκδίδονται από τον εκάστοτε αρμόδιο υπουργό
4. Ποιο όργανο αποφασίζει για την επιλογή των μελών των ανεξάρτητων αρχών;
Α. ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου
Β. το Υπουργικό Συμβούλιο με απόλυτη πλειοψηφία
Γ. η διάσκεψη των Προέδρων της βουλής
ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
5. Ο δικηγόρος Α για λογαριασμό του εντολέα του άσκησε έφεση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία και συμφώνησε με τον δικηγόρο Β του εφεσιβλήτου, να μην παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Για το λόγο αυτό συνέταξαν δήλωση, που υπογράφηκε από τους διαδίκους και το γνήσιο της υπογραφής αυτών βεβαιώθηκε από τους δικηγόρους Α και Β. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών οφείλει κατά την συζήτηση της υπόθεσης:
Α. να συζητήσει την έφεση κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων
Β. να ματαιώσει τη συζήτηση της έφεσης
Γ. να αναβάλλει τη συζήτηση, ώστε να κληθούν και να προσέλθουν αυτοπροσώπως οι διάδικοι και οι δικηγόροι τους
6. Υποβάλλεται αίτηση εξαίρεσης του γραμματέα της έδρας πριν αρχίσει η εκδίκαση μίας δύσκολης και περίπλοκης αγωγής. Ποιος είναι αρμόδιος για να αποφανθεί επί της αιτήσεως;
Α. ο Προϊστάμενος της Γραμματείας
Β. ο Προϊστάμενος όλων των υπηρεσιών του δικαστηρίου
Γ. ο Πρόεδρος του Τμήματος στο οποίο υπηρετεί ο γραμματέας
7. Ο Α άσκησε νομίμως αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων κατά του Β, κατοίκου Αθηνών και του Γ, κατοίκου Παρισίων. Η αγωγή εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Για να θεωρηθεί η αγωγή ασκηθείσα, πρέπει να επιδοθεί σε ποια προθεσμία;
Α. μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών στον Β και μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών στον Γ
Β. μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της και στους δύο εναγόμενους
Γ. μέσα σε προθεσμία εξήντα (50) ημερών από την κατάθεση της και στους δύο εναγόμενους
8. Σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας:
Α. η μαρτυρία και στην προδικασία και στο ακροατήριο του/της συζύγου και συγγενών εξ αίματος του κατηγορούμενου έως και τον τρίτο βαθμό είναι υποχρεωτική όταν κατηγορείται ανήλικος
Β. με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο σύζυγος και συγγενείς εξ αίματος του κατηγορούμενου έως και τον τρίτο βαθμό
Γ. όταν κατηγορείται ανήλικος, σύζυγος και συγγενείς εξ αίματος του κατηγορουμένου έως και τον τρίτο βαθμό έχουν δικαίωμα να αρνηθούν τη μαρτυρία τους και στην προδικασία και στο ακροατήριο
9. Σε δίκη για την ίδια πράξη, ο Χ κατηγορείται μαζί με τον Ψ. Στο ακροατήριο, ο Ψ δίνει κατάθεση που ενοχοποιεί τον Χ. Το δικαστήριο σκέφτεται να καταδικάσει τον Χ βασιζόμενο μόνο σε αυτή την κατάθεση. Τι θα γίνει στη συνέχεια;
Α. επιτρέπεται η καταδίκη του Χ, γιατί η κατάθεση του συγκατηγορούμενου αρκεί
Β. δεν επιτρέπεται να ληφθεί υπόψη για καταδίκη του Χ αν δεν υπάρχει και άλλο αποδεικτικό μέσο
Γ. η κατάθεση συγκατηγορουμένου αποκλείεται πάντοτε ως αποδεικτικό μέσο, ακόμη και αν υπάρχουν κι άλλα αποδεικτικά στοιχεία
10. Σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, πώς ορκίζονται οι κληρικοί ή ιερωμένοι;
Α. οι κληρικοί ή ιερωμένοι ορκίζονται κανονικά, όπως όλοι οι μάρτυρες, ανεξαρτήτως δόγματος
Β. οι κληρικοί ή ιερωμένοι απαλλάσσονται πλήρως από κάθε υποχρέωση όρκου
Γ. οι κληρικοί ή ιερωμένοι δεν ορκίζονται αλλά δίνουν διαβεβαίωση στην ιεροσύνη τους
11. Στις περιπτώσεις που ο νόμος ορίζει ότι η δικαστική απόφαση πρέπει να δημοσιευτεί στον τύπο, ποιος ορίζει τις ακριβείς προϋποθέσεις δημοσίευσης (ήτοι αν θα δημοσιευθεί ολόκληρη η απόφαση ή μόνο ορισμένα τμήματα αυτής, σε ποιες εφημερίδες):
Α. το δικάσαν δικαστήριο
Β. ο κατηγορούμενος αν αθωώθηκε ή ο μηνυτής αν ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε δυνάμει της σχετικής απόφασης
Γ. ο εισαγγελέας
12. Ποιος αποκτά την ιδιότητα του κατηγορούμενου;
Α. αυτός που καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό από ποινικό δικαστήριο και εκκρεμεί η κατ’ έφεση δίκη του
Β. αυτός που έχει ασκηθεί εναντίον του ρητά ποινική δίωξη από τον εισαγγελέα και αυτός που του αποδίδεται αξιόποινη πράξη σε οποιοδήποτε στάδιο της ανάκρισης
Γ. αυτός που κατηγορείται από τα ΜΜΕ ότι τέλεσε ορισμένο ποινικό αδίκημα
13. Σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας διάδικοι στην ποινική δίκη είναι:
Α. ο ύποπτος, ο κατηγορούμενος και αυτός που παρίσταται για την υποστήριξη της κατηγορίας
Β. ο ύποπτος, ο κατηγορούμενος και ο εισαγγελέας
Γ. ο ύποπτος, ο κατηγορούμενος και το ελληνικό δημόσιο
14. Σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, αν κατά την προεκφώνηση διαπιστωθεί από το δικαστήριο ότι ο διάδικος Α που παρίσταται δεν έχει κλητευθεί νόμιμα:
Α. η συζήτηση της υποθέσεως αναβάλλεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αν το ζητήσει ο Α
Β. ματαιώνεται η συζήτηση της υποθέσεως
Γ. η συζήτηση της υποθέσεως αναβάλλεται υποχρεωτικώς αν το ζητήσει ο Α
15. Για τη νόμιμη επίδοση με θυροκόλληση στην κατοικία, κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας:
Α. απαιτείται προηγουμένως να αναζητηθεί ο αντίκλητος
Β. απαιτείται να αναζητηθεί ο ίδιος ο προς ον η επίδοση στο χώρο της εργασίας του
Γ. δεν απαιτείται τίποτε από τα παραπάνω
Καλή επιτυχία!!!
Απαντήσεις
1.Β (άρθρο 90 παρ. 1 Σ) «Στο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο μετέχουν χωρίς ψήφο και δύο δικαστικοί λειτουργοί του κλάδου στον οποίο αφορούν οι υπηρεσιακές μεταβολές, βαθμού τουλάχιστον εφέτη ή αντίστοιχου, που επιλέγονται με κλήρωση, όπως νόμος ορίζει»
2.Β (άρθρο 103 παρ. 5 Σ) «Με νόμο μπορεί να εξαιρούνται από τη μονιμότητα ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι που κατέχουν θέσεις εκτός της υπαλληλικής ιεραρχίας, οι διοριζόμενοι απευθείας με βαθμό πρεσβευτικό, οι υπάλληλοι της Προεδρίας της Δημοκρατίας και των γραφείων του Πρωθυπουργού, των Υπουργών και Υφυπουργών»
3.Β (άρθρο 44 παρ. 1 Σ) «Σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Οι πράξεις αυτές υποβάλλονται στη βουλή για κύρωση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 72 παράγραφος 1, μέσα σε σαράντα ημέρες από την έκδοσή τους ή μέσα σε σαράντα ημέρες από τη σύγκληση της βουλής σε σύνοδο […]»
4.Γ (άρθρο 101α παρ. 2 Σ) «Νόμος ορίζει τα σχετικά με την επιλογή και την υπηρεσιακή κατάσταση του επιστημονικού και λοιπού προσωπικού της υπηρεσίας που οργανώνεται για την υποστήριξη της λειτουργίας κάθε ανεξάρτητης αρχής. Τα πρόσωπα που στελεχώνουν τις ανεξάρτητες αρχές πρέπει να έχουν τα ανάλογα προσόντα, όπως νόμος ορίζει. Η επιλογή τους γίνεται με απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής. Η απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία των τριών πέμπτων των μελών της. […]»
5.Α (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ) (πότε αρχίζει η συζήτηση στο ακροατήριο) «2. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά, στις περιπτώσεις που η προφορική συζήτηση δεν είναι υποχρεωτική οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν με κοινή δήλωση, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνηση. Τέτοια δήλωση μπορεί να γίνει και από έναν ή ορισμένους μόνο πληρεξουσίους. Η δήλωση αυτή παραδίνεται στην περίπτωση της κοινής δήλωσης από έναν τουλάχιστον πληρεξούσιο δικηγόρο και στην περίπτωση μονομερούς δήλωσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, στον αρμόδιο γραμματέα το αργότερο την παραμονή της δικασίμου και σημειώνεται αμέσως στο πινάκιο. Στις παραπάνω περιπτώσεις η συζήτηση περατώνεται με μόνη την εκφώνηση της υπόθεσης. […]»
6.Β (άρθρο 54 ΚΠολΔ) «Αρμόδιο να αποφανθεί για την εξαίρεση είναι το δικαστήριο στο οποίο υπηρετεί ο εξαιρούμενος. Σε περίπτωση εξαίρεσης δικαστή μονομελούς πρωτοδικείου, είναι αρμόδιο το πολυμελές πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το μονομελές πρωτοδικείο. Σε περίπτωση εξαίρεσης δικηγόρου, όταν εκδίδει πράξεις σύμφωνα με τον παρόντα Κώδικα, είναι αρμόδιος ο προϊστάμενος του πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται ο δικηγορικός σύλλογος, μέλος του οποίου είναι ο δικηγόρος. Σε περίπτωση εξαίρεσης υπαλλήλου γραμματείας, είναι αρμόδιος ο προϊστάμενος του δικαστηρίου στο οποίο υπηρετεί ο εξαιρούμενος»
7.Α (άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ) (άσκηση αγωγής) «Στην περίπτωση του άρθρου 237, η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της και αν αυτός ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι αγνώστης διαμονής μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών […]»
8.Α (άρθρο 222 ΚΠΔ) «Σύζυγος και συγγενείς εξ αίματος του κατηγορουμένου έως και τον τρίτο βαθμό, έχουν δικαίωμα να αρνηθούν τη μαρτυρία τους και στην προδικασία και στο ακροατήριο. Η διάταξη εφαρμόζεται και όταν μόνο ένας από τους κατηγορουμένους που μαζί δικάζονται έχει την παραπάνω σχέση με τον μάρτυρα. Όταν κατηγορείται ανήλικος, η μαρτυρία των συγγενών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου είναι υποχρεωτική»
9.Β (άρθρο 211 ΚΠΔ) «Η μαρτυρική κατάθεση ή η παροχή εξηγήσεων ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου, αν δεν υπάρχει και άλλο, ρητά κατανομαζόμενο στην απόφαση, αποδεικτικό μέσο»
10.Γ (άρθρο 219 παρ. 3 ΚΠΔ) «Οι κληρικοί ή οι ιερωμένοι κάθε δόγματος ή αναγνωρισμένης θρησκείας δεν ορκίζονται. Αντί για αυτό δίνουν κατά την παρ. 1 διαβεβαίωση στην ιεροσύνη τους, σύμφωνα με τους κανονισμούς από τους οποίους διέπονται»
11.Α (άρθρο 371 ΚΠΔ) «Στις περιπτώσεις που ο νόμος ορίζει ότι η δικαστική απόφαση πρέπει να δημοσιευθεί στον τύπο, το δικαστήριο πρέπει να καθορίσει στην ίδια την απόφαση αν πρέπει να δημοσιευτεί ολόκληρη ή μόνο ορισμένα τμήματά της και σε ποια ή ποιες εφημερίδες»
12.Β (άρθρο 72 ΚΠΔ) «Την ιδιότητα του κατηγορουμένου την αποκτά εκείνος εναντίον του οποίου ο εισαγγελέας άσκησε ρητά την ποινική δίωξη και εκείνος στον οποίο σε οποιοδήποτε στάδιο της ανάκρισης αποδίδεται η αξιόποινη πράξη»
13.Α (άρθρο 70 παρ. 1 ΚΠΔ) «Διάδικοι στην ποινική δίκη είναι ο ύποπτος, ο κατηγορούμενος και αυτός που παρίσταται για την υποστήριξη της κατηγορίας. […]»
14.Γ (άρθρο 135 παρ. 2 β) ΚΔΔ) «Η συζήτηση αναβάλλεται υποχρεωτικώς: […] β) αν το ζητήσει κάποιος από τους διαδίκους που, αν και παρίσταται, δεν έχει κλητευτεί νόμιμα»
15.Γ (άρθρο 55 παρ. 1 ΚΔΔ) «1. Η επίδοση γίνεται με θυροκόλληση: α) αν τα πρόσωπα προς τα οποία προβλέπεται ότι διενεργείται η παράδοση του εγγράφου, δεν βρίσκονται στην κατοικία ή στο χώρο της εργασίας τους, ή αρνούνται την παραλαβή του ή την υπογραφή της έκθεσης ή δεν μπορούν να υπογράψουν την έκθεση. […]»





























