Στον επανακαθορισμό του τρόπου υπολογισμού του ανώτατου ποσού εισφορών και ασφαλίστρων που εξαιρούνται από το φορολογητέο εισόδημα εστιάζει η νέα εγκύκλιος της ΑΑΔΕ (Ε.2107/2025), η οποία εφαρμόζεται αναδρομικά από το φορολογικό έτος 2024 και αφορά χιλιάδες εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα που συμμετέχουν σε Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης και ομαδικά συνταξιοδοτικά προγράμματα.
Η βασική αλλαγή συνίσταται στη μεταβολή της βάσης υπολογισμού του ανώτατου αφορολόγητου ορίου. Από το 2024 και μετά, το όριο των εισφορών και ασφαλίστρων που δεν προστίθενται στο φορολογητέο εισόδημα καθορίζεται στο 20% του συνόλου των ακαθάριστων αποδοχών από μισθωτή εργασία, συμπεριλαμβανομένων και των φορολογούμενων παροχών σε είδος, όπως το εταιρικό αυτοκίνητο. Στο ποσοστό αυτό συνυπολογίζονται τόσο οι εισφορές που καταβάλλει ο εργαζόμενος όσο και εκείνες που καταβάλλει ο εργοδότης για λογαριασμό του.
Η μετατόπιση από το φορολογητέο εισόδημα στις ακαθάριστες αποδοχές θεωρείται καθοριστικής σημασίας, καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις οδηγεί σε υψηλότερο ανώτατο όριο. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι μεγαλύτερο μέρος των εισφορών προς επαγγελματικά συνταξιοδοτικά σχήματα μπορεί να παραμένει εκτός φορολογίας, ενισχύοντας τη φορολογική αποτελεσματικότητα των συγκεκριμένων παροχών για εργαζομένους και επιχειρήσεις.
Παράλληλα, η εγκύκλιος διευκρινίζει ότι συγκεκριμένες καταβολές δεν προσμετρώνται στο όριο του 20%. Πρόκειται για εισφορές που καταβάλλονται υποχρεωτικά κατόπιν απόφασης εποπτικής αρχής ή για ποσά που διατίθενται για λειτουργικές δαπάνες των Ταμείων, τα οποία εξακολουθούν να εξαιρούνται πλήρως από τον υπολογισμό του ανώτατου ορίου.
Ο επανακαθορισμός αυτός έρχεται να εξειδικεύσει την εφαρμογή του νόμου 5078/2023, με τον οποίο θεσπίστηκε για πρώτη φορά ενιαίο πλαφόν στις εισφορές για Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης και ομαδικά συνταξιοδοτικά ασφαλιστήρια. Αν και αρχικά το όριο συνδεόταν με το εισόδημα από μισθωτή εργασία, οι νεότερες διευκρινίσεις οριστικοποιούν ότι η κρίσιμη βάση είναι οι ακαθάριστες αποδοχές, προσδίδοντας μεγαλύτερη σαφήνεια αλλά και πιο ευνοϊκούς όρους για τους ασφαλισμένους.
Η αλλαγή αυτή καθιστά αναγκαία την προσεκτική παρακολούθηση όχι μόνο των καθαρών αποδοχών αλλά και των συνολικών ακαθάριστων εισοδημάτων και παροχών σε είδος, καθώς από αυτά εξαρτάται πλέον άμεσα το πραγματικό φορολογικό όφελος που προκύπτει από τη συμμετοχή σε επαγγελματικά συνταξιοδοτικά σχήματα.




























