Οι δραματικές εξελίξεις στη Βενεζουέλα, με την αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση στο Καράκας και τη σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του, έχουν προκαλέσει διεθνές σοκ, ανατρέποντας τις πολιτικές ισορροπίες στη χώρα και πυροδοτώντας έντονη συζήτηση στις αγορές ενέργειας. Πέρα από το γεωπολιτικό βάρος, οι εξελίξεις αυτές τείνουν να αποδυναμώσουν περαιτέρω τον ΟΠΕΚ, να ενισχύσουν τις προσδοκίες αύξησης της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και, τελικά, να ασκήσουν καθοδικές πιέσεις στις διεθνείς τιμές.
Καθοριστικό ρόλο στο νέο σκηνικό παίζουν οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος υπογράμμισε χθες ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σκοπεύουν να εμπλακούν ενεργά στη βενεζουελάνικη πετρελαϊκή βιομηχανία, αξιοποιώντας τη δυναμική των μεγάλων αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών.
Η τοποθέτηση αυτή ερμηνεύεται από τις αγορές ως μήνυμα επανένταξης της Βενεζουέλας στο παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα υπό νέους όρους.
Η σημασία της χώρας για την παγκόσμια αγορά δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Με περίπου 303 δισ. βαρέλια αποδεδειγμένων αποθεμάτων, σχεδόν το ένα πέμπτο των παγκόσμιων, η Βενεζουέλα διαθέτει μεγαλύτερα αποθέματα ακόμη και από το Ιράκ. Ωστόσο, η παραγωγική πραγματικότητα απέχει δραματικά από το δυναμικό της. Η ημερήσια παραγωγή κινείται γύρω στο 1 εκατ. βαρέλια, λιγότερο από το 1% της παγκόσμιας παραγωγής, αποτέλεσμα δεκαετιών υποεπενδύσεων, κακοδιαχείρισης και κυρώσεων.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η άμεση επίδραση των πολιτικών γεγονότων στη Βενεζουέλα στις τιμές καυσίμων θα είναι περιορισμένη, καθώς η αγορά πετρελαίου αντιμετωπίζει ήδη συνθήκες σχετικής υπερπροσφοράς. Ο ΟΠΕΚ έχει αυξήσει την παραγωγή του τελευταίους μήνες, ενώ η παγκόσμια ζήτηση παραμένει υποτονική λόγω πληθωριστικών πιέσεων και μειωμένης αγοραστικής δύναμης. Ενδεικτικό είναι ότι το αμερικανικό αργό κινήθηκε πρόσκαιρα πάνω από τα 60 δολάρια το βαρέλι μετά τις πρώτες ειδήσεις, αλλά σύντομα υποχώρησε, αποτυπώνοντας την ψύχραιμη στάση των επενδυτών.
Η αποδυνάμωση του ΟΠΕΚ συνδέεται άμεσα με την προοπτική επανόδου της Βενεζουέλας ως αξιόπιστου παραγωγού εκτός των αυστηρών ποσοστώσεων που επιβάλλει το καρτέλ. Εάν μια νέα κυβέρνηση επιλέξει να μεγιστοποιήσει την παραγωγή για δημοσιονομικούς λόγους, η χώρα θα λειτουργήσει ως παράγοντας διάβρωσης της πειθαρχίας του οργανισμού, ενισχύοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ των μελών και περιορίζοντας την ικανότητα του ΟΠΕΚ να στηρίζει τις τιμές μέσω συντονισμένων περικοπών.
Το μακροπρόθεσμο διακύβευμα, ωστόσο, αφορά τη δομική αύξηση της προσφοράς. Το βαρύ και όξινο αργό της Βενεζουέλας απαιτεί εξειδικευμένη τεχνολογία διύλισης, την οποία διαθέτουν κυρίως μεγάλες διεθνείς εταιρείες που μέχρι σήμερα ήταν αποκλεισμένες. Η πιθανή επιστροφή τους, ιδίως αμερικανικών ομίλων, θα μπορούσε να αυξήσει σταδιακά την παραγωγή κατά εκατοντάδες χιλιάδες βαρέλια ημερησίως, ενισχύοντας την παγκόσμια προσφορά ντίζελ και άλλων κρίσιμων καυσίμων.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας επιβεβαιώνουν το βάθος της κρίσης στην παραγωγή πετρελαίου της Βενεζουέλας, αλλά και το περιθώριο ανάκαμψης. Το 2023 το πετρέλαιο κάλυψε το 38,2% της συνολικής ενεργειακής προσφοράς της χώρας, ενώ η συνολική προσφορά έχει μειωθεί κατά 53% σε σύγκριση με το 2000. Η εγχώρια παραγωγή αργού παραμένει κατά 73% χαμηλότερη από τα επίπεδα του 2000, με τις εξαγωγές να έχουν υποχωρήσει κατά 64%, γεγονός που αντικατοπτρίζει τις διαρθρωτικές αδυναμίες του κλάδου.































