Ο ΔΕΔΔΗΕ (Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας) δίνει καθημερινά αγώνα για να ανταποκριθεί στον καταιγισμό αιτημάτων νέων συνδέσεων, σε μια περίοδο όπου η ζήτηση έχει εκτοξευθεί και η στεγαστική αγορά βρίσκεται σε οριακό σημείο.
Παρά τις πιέσεις και τις αυξημένες ανάγκες, τα συνεργεία του προσπαθούν να επιταχύνουν τις διαδικασίες και να βάλουν σε λειτουργία όσο το δυνατόν περισσότερες νέες παροχές, προκειμένου ολοκληρωμένες κατοικίες να μη μένουν κλειδωμένες και ανενεργές. Ωστόσο, πολλά σπίτια εξακολουθούν να περιμένουν την τελική ηλεκτροδότηση, με αποτέλεσμα ιδιοκτήτες να χάνουν έσοδα και ενοικιαστές να αναζητούν προσωρινές λύσεις μέχρι να ανοίξει το ρεύμα στο ακίνητο που είχαν προγραμματίσει να κατοικήσουν. Έτσι, ένα τμήμα της νέας παραγωγής συνεχίζει να παραμένει εκτός στατιστικών και εκτός χρήσης, επιβαρύνοντας έμμεσα μια ήδη πιεσμένη αγορά.
Το φαινόμενο των καθυστερήσεων δεν είναι μεμονωμένο. Έρευνα του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας καταγράφει ότι στο 74% των νέων συνδέσεων οι καθυστερήσεις είναι «συχνές ή σχεδόν πάντα». Το 40% των αιτήσεων ολοκληρώνεται σε 1 έως 3 μήνες και το 36% ξεπερνά ακόμη και τους τρεις μήνες, μετατρέποντας μια θεωρητικά γρήγορη διαδικασία σε μια χρονοβόρα αναμονή που κρατά ολόκληρα κτίρια εκτός λειτουργίας.
Αν και τα επίσημα χρονοδιαγράμματα προβλέπουν ολοκλήρωση των συνδέσεων μέσα σε λίγες εβδομάδες, στην πράξη οι προθεσμίες αυτές δύσκολα τηρούνται. Πολλοί καταναλωτές αναφέρουν ότι, παρά την ολοκλήρωση όλων των απαιτούμενων διαδικασιών και την έγκριση των αιτήσεων, περιμένουν για εβδομάδες χωρίς να έχει ενεργοποιηθεί η παροχή ρεύματος. Σε αρκετές περιπτώσεις, δεν έχει καν τοποθετηθεί ο μετρητής, με αποτέλεσμα ολοκαίνουργια διαμερίσματα και επαγγελματικοί χώροι να παραμένουν σε αχρηστία.
Οι καθυστερήσεις αποδίδονται σε κορεσμένα δίκτυα, περιορισμένο αριθμό τεχνικών, έλλειψη πόρων και χρονοβόρες διοικητικές διαδικασίες. Ο ΔΕΔΔΗΕ, αναγνωρίζοντας την κρισιμότητα της κατάστασης, ενισχύει σταδιακά τα συνεργεία, αναδιοργανώνει εσωτερικές διαδικασίες και επιχειρεί να επιταχύνει την εξυπηρέτηση, σε μια προσπάθεια να μειώσει τους χρόνους αναμονής και να ανταποκριθεί στις αυξημένες ανάγκες της αγοράς.





























