Η δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967, υπό τον συνταγματάρχη Γεώργιο Παπαδόπουλο, επιβλήθηκε και διατηρήθηκε με τη βία, αναστέλλοντας τις διατάξεις που κατοχύρωσαν τα θεμελιώδη δικαιώματα, τις εκλογές και τη λειτουργία της βουλής. Το καθεστώς καταπάτησε κάθε έννοια ελευθερίας, προχώρησε σε διώξεις, βασανισμούς και εκτοπίσεις πολιτών. Η διεθνής αντίδραση, ιδίως από το Συμβούλιο της Ευρώπης, οδήγησε στην αποχώρηση της Ελλάδας από τον οργανισμό και στην καταγγελία της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Η προσπάθεια του βασιλιά Κωνσταντίνου να ανατρέψει το καθεστώς με το βασιλικό κίνημα του Δεκεμβρίου 1967 απέτυχε. Και ο ίδιος αναχώρησε στο εξωτερικό. Παρότι η βασιλεία δεν καταργήθηκε αμέσως, το 1973 η χούντα, αφού κατέστειλε το κίνημα του Ναυτικού, την κατάργησε με συντακτική πράξη και επέβαλε νέο «Σύνταγμα» που καθιέρωνε Πρόεδρο της Δημοκρατίας με επταετή θητεία. Η εξέγερση του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973 αποτέλεσε κορυφαία πράξη αντίστασης, η οποία καταπνίγηκε βίαια.
Το τέλος της δικτατορίας ήρθε στις 24 Ιουνίου 1974, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επέστρεψε από το Παρίσι και σχημάτισε Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, εγκαινιάζοντας τη Μεταπολίτευση. Οι πρώτες πράξεις της νέας κυβέρνησης ήταν η κατάργηση των Συνταγμάτων της χούντας (1968, 1973) και η επαναφορά του Συντάγματος του 1952, με εξαίρεση τις διατάξεις για τη βασιλευόμενη δημοκρατία. Στις 8 Δεκεμβρίου 1974 διεξήχθη δημοψήφισμα, με το οποίο το 69% των πολιτών απέρριψε τη μοναρχία και καθιέρωσε πολίτευμα προεδρευόμενης δημοκρατίας.
Το Σύνταγμα του 1975 αποτέλεσε σταθμό στην ελληνική συνταγματική ιστορία. Κατοχύρωσε πληρέστερα τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, αναγνώρισε το διεθνές δίκαιο ως υπέρτερο των κοινών νόμων και θεμελίωσε τη λειτουργία του κράτους δικαίου. Παράλληλα, προετοίμασε τη χώρα για την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Αν και ψηφίστηκε από Αναθεωρητική Βουλή, θεωρείται προϊόν συντακτικής εξουσίας, αφού άλλαξε διατάξεις του Συντάγματος του 1952 που δεν ήταν αναθεωρήσιμες.
Το ελληνικό Σύνταγμα ψηφίστηκε στις 7 Ιουνίου και τέθηκε σε ισχύ στις 11 Ιουνίου 1975, καθιέρωσε στην Ελλάδα το πολίτευμα της Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Έκτοτε, έχει αναθεωρηθεί τέσσερις φορές (1986, 2001, 2008 και 2019), παραμένοντας το θεμελιώδες νομικό πλαίσιο του δημοκρατικού μας πολιτεύματος.
Ωστόσο, οι ρίζες της ελληνικής συνταγματικής παράδοσης φτάνουν ως το Πολίτευμα της Εθνεγερσίας του 1821 και τα επαναστατικά σχέδια του Ρήγα Βελεστινλή, που ενέπνευσαν τους Έλληνες με τα ιδανικά της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφότητας. Σημαντικούς σταθμούς αποτέλεσαν και τα Συντάγματα των ετών 1864, 1911, 1927 και 1952, τα οποία διαμόρφωσαν τη σύγχρονη συνταγματική μας ταυτότητα.
Το ελληνικό Σύνταγμα είναι αυστηρό, δηλαδή δεν μπορεί να τροποποιηθεί με την ίδια διαδικασία που αλλάζουν οι κοινοί νόμοι. Η αυστηρότητά του είναι σχετική, καθώς επιτρέπει αναθεώρηση μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις και με ειδική διαδικασία (άρθρο 110).
Ορισμένες διατάξεις διαθέτουν τη λεγόμενη ρήτρα αιωνιότητας, δηλαδή δεν μπορούν ποτέ να αναθεωρηθούν. Πρόκειται για τις θεμελιώδεις αρχές που καθορίζουν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος (την Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία) και ορισμένα βασικά δικαιώματα (όπως η αξία του ανθρώπου, η ελευθερία, η ισότητα, η θρησκευτική συνείδηση και η διάκριση των εξουσιών).
Η ύπαρξη αυτών των μη αναθεωρήσιμων διατάξεων σημαίνει ότι δεν είναι πλέον δυνατή η λειτουργία συντακτικής εξουσίας εκ του μηδενός, όπως συνέβη το 1974-1975 μετά τη δικτατορία. Ο λαός δεν μπορεί με νέα «συντακτική πράξη» να αλλάξει τη μορφή του πολιτεύματος ή να καταργήσει τη δημοκρατική αρχή.
Η «Προεδρευόμενη» Δημοκρατία σημαίνει απλώς αβασίλευτη, δηλαδή πολίτευμα με αιρετό αρχηγό του κράτους, όχι βασιλιά. Ο όρος δεν αποκλείει μελλοντική ενίσχυση των εξουσιών του Προέδρου. Η «Κοινοβουλευτική» Δημοκρατία σημαίνει ότι η κυβέρνηση αντλεί την εμπιστοσύνη της από τη βουλή, στοιχείο που αποτελεί τον πυρήνα του κοινοβουλευτισμού και δεν μπορεί να καταλυθεί.
Ο πυρήνας της ρήτρας αιωνιότητας περιλαμβάνει τρεις θεμελιώδεις αρχές:
- Τη δημοκρατική βάση του πολιτεύματος (λαϊκή κυριαρχία).
- Την αβασίλευτη μορφή (αιρετός αρχηγός κράτους).
- Την κοινοβουλευτική αρχή (κυβέρνηση με εμπιστοσύνη της βουλής).
Όλα τα υπόλοιπα στοιχεία, όπως η έκταση των προεδρικών αρμοδιοτήτων ή η δομή της κυβέρνησης είναι αναθεωρήσιμα. Ωστόσο, μια αναθεώρηση πρέπει να συνοδεύεται από θεσμικά αντίβαρα, όπως ενίσχυση των ανεξάρτητων αρχών, πιθανή δημιουργία Γερουσίας, αυστηρότερη διάκριση εξουσιών και καθιέρωση απλής αναλογικής για περιορισμό της υπερσυγκέντρωσης εξουσίας.
Το πώς εφαρμόζονται οι κανόνες αναθεώρησης του Συντάγματος (άρθρο 110) μπορεί να υπομονεύσει την ίδια την αυστηρότητά του. Από τις αναθεωρήσεις του 1975, μόνο του 2001 και, μερικώς, του 2008 θεωρούνται «γνήσιες», ενώ του 1986 και του 2019 κρίνονται πολιτικά προσανατολισμένες (περιορισμός ρόλου Προέδρου, ευκολότερη εκλογή του), και όχι θεσμικά. Η διαρκής εργαλειακή χρήση του Συντάγματος, ιδίως από την εκτελεστική εξουσία, συχνά με την ανοχή και της δικαιοσύνης, κινδυνεύει να μετατρέψει την αναθεώρηση σε απλό εργαλείο της εκάστοτε πλειοψηφίας.
Η αναθεώρηση αποτελεί έκφραση της ζωντανής φύσης του Συντάγματος, αλλά και πεδίο έντασης μεταξύ σταθερότητας και μεταβολής. Η υπερβολική ευκολία στην αναθεώρηση ενέχει κινδύνους αποδυνάμωσης του συνταγματικού κύρους, ενώ η ακαμψία μπορεί να οδηγήσει σε αναντιστοιχία με τις κοινωνικές ανάγκες.
Οι διαδικαστικές εγγυήσεις της αναθεώρησης αποσκοπούν στη διασφάλιση του αυστηρού χαρακτήρα και της υπεροχής του Συντάγματος, όμως το ελληνικό μοντέλο είναι ιδιαίτερα άκαμπτο σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος ξεκινά με πρόταση τουλάχιστον πενήντα βουλευτών, την οποία η βουλή πρέπει να εγκρίνει με ψήφο τουλάχιστον 200 βουλευτών. Η βουλή μπορεί να αποφασίσει να εξετάσει αντικείμενα ή άρθρα του Συντάγματος για αναθεώρηση. Μετά την έναρξη της διαδικασίας, η βουλή αποφασίζει κατά την επόμενη περίοδό της, αν θα προχωρήσει σε αναθεώρηση. Στη συνέχεια, η βουλή ψηφίζει για τα αναθεωρητέα άρθρα και η αναθεώρηση εγκρίνεται με τρία πέμπτα τουλάχιστον του συνολικού αριθμού των βουλευτών, δηλαδή 200 βουλευτές, ενώ η ψηφοφορία γίνεται σε δύο ψηφοφορίες, με χρονική απόσταση τουλάχιστον ενός μήνα.
Η απαίτηση αυξημένης πλειοψηφίας 3/5 στην πρώτη βουλή και απλής πλειοψηφίας στη δεύτερη δημιουργεί θεσμική ανασφάλεια: η πρώτη βουλή διστάζει να δώσει 3/5, αφού δεν δεσμεύει ουσιαστικά τη δεύτερη. Έτσι, το ισχύον σύστημα δεν ενισχύει την συναίνεση, αλλά συχνά μπλοκάρει ή πολώνει την αναθεωρητική διαδικασία.
Η αναθεώρηση του 1986 στόχευσε κυρίως στον περιορισμό των υπερεξουσιών του Προέδρου της Δημοκρατίας, οι οποίες, αν και δεν είχαν ασκηθεί, επηρέαζαν την πολιτική ισορροπία. Έντεκα άρθρα τροποποιήθηκαν και το Σύνταγμα μεταφέρθηκε στη δημοτική γλώσσα. Η μεταβολή αυτή καθιέρωσε ένα καθαρά κοινοβουλευτικό πολίτευμα, όπου η κυβέρνηση εξαρτάται αποκλειστικά από την εμπιστοσύνη της βουλής, σηματοδοτώντας το τέλος της «διπλής εξουσίας» εκτελεστικής και προεδρικής.
Η αναθεώρηση του 2001, ιδιαίτερα εκτεταμένη και συναινετική, μετέβαλε 79 άρθρα και ενίσχυσε τον κατάλογο των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων (προστασία προσωπικών δεδομένων, γενετική ταυτότητα, πρόσβαση στην πληροφόρηση). Εισήγαγε νέους κανόνες διαφάνειας, ενίσχυσε τη βουλή και την τοπική αυτοδιοίκηση, και κατοχύρωσε τις ανεξάρτητες αρχές. Ωστόσο, ορισμένες αλλαγές (άρθρα 24, 28, 80, 103, 29) κρίθηκαν ως περιοριστικές για δικαιώματα και ως ενίσχυση της σύνδεσης με την ΕΕ.
Συνολικά οι αναθεωρήσεις του 1986 και του 2001 διαμόρφωσαν το σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, εξισορροπώντας τη σταθερότητα των θεσμών με τις απαιτήσεις μιας σύγχρονης δημοκρατικής κοινωνίας.
Η αναθεώρηση του 2008 υπήρξε περιορισμένη και χωρίς ουσιαστικό θεσμικό αποτύπωμα, καθώς ολοκληρώθηκε με την τροποποίηση μόλις τριών διατάξεων: του επαγγελματικού ασυμβίβαστου των βουλευτών, της διαδικασίας ψήφισης του προϋπολογισμού και της ειδικής μέριμνας για νησιωτικές και ορεινές περιοχές. Ξεκίνησε το 2006 με ευοίωνες συνθήκες συναίνεσης, όμως κατέρρευσε όταν η αξιωματική αντιπολίτευση αποχώρησε, οδηγώντας σε απουσία της αναγκαίας πλειοψηφίας στην Η’ Αναθεωρητική Βουλή.
Η αναθεώρηση του 2019 υπήρξε περιορισμένη σε έκταση και τόλμη, χωρίς τη θεσμική δυναμική του δυναμική του 1986 ή τον εκσυγχρονισμό του 2001, αλλά εισήγαγε στοχευμένες βελτιώσεις σε επιμέρους ζητήματα. Παρά την έλλειψη ευρείας πολιτικής συναίνεσης, το αποτέλεσμα κρίθηκε ήπια θετικό και ρεαλιστικό, προσαρμοσμένο στις ανάγκες του εφικτού. Κεντρικές μεταβολές περιλαμβάνουν: α) την εκλογή ΠτΔ χωρίς διάλυση της βουλής, β) τη σύνδεση βουλευτικής ασυλίας με τα καθήκοντα του βουλευτή, γ) την κατάργηση της αποσβεστικής προθεσμίας για ευθύνη υπουργών, δ) τη δυνατότητα εξεταστικών επιτροπών από τη μειοψηφία, ε) την κατοχύρωση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, στ) την εξομοίωση στρατιωτικών δικαστηρίων με τα τακτικά, ζ) τη διευκόλυνση συγκρότησης ανεξάρτητων αρχών.
Συνολικά, η αναθεώρηση του 2019 βελτίωσε τεχνικά το ισχύον Σύνταγμα χωρίς να μεταβάλει τη φυσιογνωμία του πολιτεύματος. Ενίσχυσε επιμέρους θεσμούς διαφάνειας και κοινωνικής προστασίας, επιβεβαιώνοντας τη θεσμική ωριμότητα της χώρας και τη σταθερότητα του πλαισίου της μεταπολιτευτικής συνταγματικής τάξης.
Οι σύγχρονες προκλήσεις (οικονομική κρίση, περιβαλλοντική υποβάθμιση, μεταναστευτικές ροές, τεχνητή νοημοσύνη, κλιματική αλλαγή και απειλές κατά της δημοκρατίας), επιβάλλουν μια νέα, ουσιαστική αναθεώρηση. Αυτή θα πρέπει να ενισχύει τη διαφάνεια, την αξιοκρατία, τη λογοδοσία, τον αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο, την ανεξαρτησία των θεσμών και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Η συνταγματική αναθεώρηση εξασφαλίζει τη μακροβιότητα και ανθεκτικότητα των Συνταγμάτων, που οφείλουν να εκφράζουν το ευρωπαϊκό δημοκρατικό και νομικό κεκτημένο, πέρα από κομματικές ή ιδεολογικές σκοπιμότητες. Από το 1975 έως το 2001, η Ελλάδα διένυσε πορεία από μονοκομματικές αναθεωρήσεις προς τη συναινετική συνταγματική ωριμότητα.
Σήμερα, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η εθνική κυριαρχία συνυπάρχει με την έννομη τάξη της ΕΕ και της ΕΣΔΑ, διαμορφώνοντας έναν ενιαίο ευρωπαϊκό συνταγματικό χώρο που περιορίζει αυθαιρεσίες και επιβάλλει σεβασμό στις θεμελιώδεις δημοκρατικές αξίες.
Πιθανά θέματα για τις εξετάσεις της ΕΣΔΔΑ:
1. Αναπτύξτε το περιεχόμενο και τη σημασία του άρθρου 100 του Συντάγματος.
Εισαγωγή
Το άρθρο 110 του Συντάγματος ρυθμίζει τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος και εκφράζει τον αυστηρό χαρακτήρα του. Με το άρθρο αυτό ο συντακτικός νομοθέτης επιδιώκει να εξασφαλίσει τη σταθερότητα και ανθεκτικότητα του θεμελιώδους νόμου της Πολιτείας, αποτρέποντας συχνές ή αυθαίρετες μεταβολές του.
Κύριο Μέρος
Σύμφωνα με το άρθρο 110:
- Μη αναθεωρητέες διατάξεις (παρ. 1): Δεν επιτρέπεται αναθεώρηση που μεταβάλλει τη μορφή του πολιτεύματος ως προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ή θίγει τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου. Αυτή η απαγόρευση θεμελιώνει τον πυρήνα του Συντάγματος που μένει ανεπηρέαστος από πολιτικές συγκυρίες.
- Διαδικασία (παρ. 2-5): Απαιτείται πρόταση 50 βουλευτών, η βουλή αποφασίζει με 3/5 ή απόλυτη πλειοψηφία σε δύο ψηφοφορίες με μεσοδιάστημα ενός μήνα, η αναθεώρηση ολοκληρώνεται στη δεύτερη βουλή, η οποία αποφασίζει με απλή (151) ή αυξημένη (180) πλειοψηφία, ανάλογα με την πλειοψηφία της πρώτης, μεταξύ των δύο φάσεων μεσολαβούν εκλογές, ώστε να διασφαλιστεί δημοκρατική νομιμοποίηση, νέα αναθεώρηση δεν επιτρέπεται πριν περάσουν πέντε έτη από την προηγούμενη (παρ. 6).
Το άρθρο 110 κατοχυρώνει τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος, εξασφαλίζει τη σταθερότητα των θεσμών, ενισχύει τη συναίνεση και την πολιτική ευθύνη κατά την αναθεώρηση. Παράλληλα, λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο απέναντι στην εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία, προάγοντας τον σεβασμό της συνταγματικής συνέχειας και της δημοκρατικής νομιμότητας.
Συμπέρασμα
Το άρθρο 110 αποτελεί απλώς τεχνική διαδικασία τροποποίησης του Συντάγματος, αλλά ουσιώδη εγγύηση του κράτους δικαίου και της πολιτικής σταθερότητας. Επιτρέπει την προσαρμογή του Συντάγματος στις ανάγκες του χρόνου, χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τον θεμελιώδη πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος.
2. Ποιες είναι οι ουσιαστικές και διαδικαστικές εγγυήσεις της συνταγματικής αναθεώρησης;
Εισαγωγή
Οι εγγυήσεις της συνταγματικής αναθεώρησης αποσκοπούν στη διασφάλιση του αυστηρού χαρακτήρα του Συντάγματος και στην προστασία της θεσμικής σταθερότητας του πολιτεύματος. Ο συντακτικός νομοθέτης επιδιώκει να αποτρέψει την αυθαιρεσία της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και να εξασφαλίσει ότι η μεταβολή του Συντάγματος θα γίνεται με συναίνεση και δημοκρατική νομιμοποίηση.
Ουσιαστικές εγγυήσεις
Οι ουσιαστικές εγγυήσεις καθορίζουν τι δεν μπορεί να αλλάξει στο Σύνταγμα:
- Σύμφωνα με το άρθρο 110 παρ. 1, δεν επιτρέπεται αναθεώρηση της μορφής του πολιτεύματος ως προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
- Δεν μπορούν επίσης να τροποποιηθούν οι θεμελιώδεις αρχές που κατοχυρώνουν το κράτος δικαίου, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την προστασία της ανθρώπινης αξίας.
- Οι απαγορευμένες αυτές διατάξεις συγκροτούν τον σκληρό πυρήνα του Συντάγματος, διασφαλίζοντας τη συνέχειά του και αποτρέποντας την αναθεώρησή του σε ολοκληρωτική κατεύθυνση.
Οι ουσιαστικές εγγυήσεις, επομένως, διασφαλίζουν ότι η αναθεώρηση δεν θα αλλοιώσει την ταυτότητα του πολιτεύματος ούτε θα περιορίσει τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών.
Διαδικαστικές εγγυήσεις
Οι διαδικαστικές εγγυήσεις καθορίζουν πώς μπορεί να αλλάξει το Σύνταγμα:
- Η πρόταση πρέπει να υπογράφεται από τουλάχιστον 50 βουλευτές.
- Η βουλή αποφασίζει δύο φορές, με μεσοδιάστημα ενός μήνα.
- Απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία 3/5 (180 βουλευτών) ή απλή πλειοψηφία (151), ανάλογα με τη φάση της διαδικασίας.
- Η αναθεώρηση ολοκληρώνεται από δεύτερη βουλή, που εκλέγεται στο μεταξύ, ώστε να υπάρχει δημοκρατική επικύρωση της βούλησης του λαού.
- Τέλος, νέα αναθεώρηση δεν μπορεί να γίνει πριν περάσουν πέντε έτη από την προηγούμενη.
Οι διαδικαστικές εγγυήσεις εξασφαλίζουν διαχρονικότητα, συναίνεση και θεσμικό έλεγχο στην αναθεωρητική διαδικασία.
Συμπέρασμα
Οι ουσιαστικές εγγυήσεις διασφαλίζουν την ακεραιότητα του Συντάγματος, ενώ οι διαδικαστικές εγγυήσεις διασφαλίζουν τη νομιμότητα και σταθερότητα της αναθεώρησης. Μαζί, συγκροτούν το πλαίσιο που επιτρέπει την προσαρμογή του Συντάγματος στις κοινωνικές ανάγκες χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο ο θεμελιώδης χαρακτήρας του πολιτεύματος.
3. Αναλύστε τις βασικές αναθεωρήσεις του 1986, 2001, 2008 και 2019 και σχολιάστε τη σημασία τους.
Εισαγωγή
Το Σύνταγμα του 1975, μετά τη Μεταπολίτευση, αποτέλεσε το θεμέλιο της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας. Η σταθερότητα του θεσμικού πλαισίου διασφαλίστηκε μέσω περιορισμένων, αλλά κρίσιμων αναθεωρήσεων, που αντανακλούν τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις της εποχής. Κάθε αναθεώρηση εξυπηρέτησε διαφορετικές ανάγκες: εξισορρόπηση εξουσιών, εκσυγχρονισμό θεσμών, διόρθωση δυσλειτουργιών ή προσαρμογή σε νέες συνθήκες διακυβέρνησης.
Αναθεώρηση του 1986
Η πρώτη αναθεώρηση αφορούσε την ανακατανομή εξουσιών στο κοινοβουλευτικό σύστημα.
- Περιορίστηκαν σημαντικά οι αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος έχασε τη δυνατότητα διάλυσης της βουλής και προκήρυξης εκλογών.
- Ενισχύθηκε ο ρόλος του Πρωθυπουργού και της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, παγιώνοντας τον καθαρά κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος.
Καθιέρωσε θεσμική σταθερότητα, αποτρέποντας συγκρούσεις μεταξύ Προέδρου και κυβέρνησης, και θεμελίωσε τον τύπο της «πρωθυπουργικοκεντρικής δημοκρατίας».
Αναθεώρηση του 2001
Υπήρξε πληρέστερη και πιο συναινετική αναθεώρηση.
- Ενίσχυε τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα (προστασία προσωπικών δεδομένων, δικαίωμα πληροφόρησης).
- Θεσμοθέτησε τις ανεξάρτητες αρχές και ενίσχυσε τη διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση.
- Εισήγαγε εγγυήσεις χρηστής διοίκησης, δικαστικού ελέγχου και συνταγματικής νομιμότητας.
Εκσυγχρόνισε το Σύνταγμα, ενίσχυσε τη διαφάνεια και την προστασία των δικαιωμάτων, και ανέδειξε το πρότυπο της συναινετικής συνταγματικής πολιτικής.
Αναθεώρηση του 2008
Χαρακτηρίστηκε «μίνι» αναθεώρηση, καθώς αφορούσε μόλις τρεις διατάξεις.
- Καταργήθηκε το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών.
- Προστέθηκαν ρυθμίσεις για τη διαδικασία του προϋπολογισμού.
- Καθιερώθηκε μέριμνα για ορεινές και νησιωτικές περιοχές.
Περιορισμένη θεσμική αξία, ανέδειξε την ανάγκη συναίνεσης και πολιτικής ωριμότητας στην αναθεωρητική διαδικασία.
Αναθεώρηση του 2019
Στοχεύθηκε βελτίωση επιμέρους θεσμών.
- Εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας χωρίς διάλυση τους βουλής.
- Θεσμοθέτηση λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας.
- Κατοχύρωση ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.
- Περιορισμός βουλευτικής ασυλίας και ευθύνης υπουργών.
Παρότι χωρίς μεγάλες τομές, ενίσχυσε τη λειτουργικότητα του πολιτεύματος και τη δημοκρατική συμμετοχή.
Συμπέρασμα
Οι αναθεωρήσεις του 1986, 2001, 2008 και 2019 αποτυπώνουν την εξέλιξη της ελληνικής δημοκρατίας από την εδραίωση της πολιτικής σταθερότητας έως τον θεσμικό εκσυγχρονισμό. Παρά τις διαφοροποιήσεις τους, όλες επιβεβαιώνουν ότι η αναθεώρηση αποτελεί εργαλείο προσαρμογής, όχι ανατροπής, του Συντάγματος, και προϋποθέτει ευρύτερη συναίνεση και πολιτική ευθύνη.
4. Ποια προβλήματα εντοπίζονται στη διαδικασία αναθεώρησης σύμφωνα με τη σύγχρονη θεωρία του Συνταγματικού δικαίου;
Εισαγωγή
Η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, όπως προβλέπεται στο άρθρο 110, έχει σχεδιαστεί για να εγγυάται τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος και τη σταθερότητα των θεσμών. Ωστόσο, η θεωρία του Συνταγματικού Δικαίου έχει επισημάνει σοβαρές δυσλειτουργίες και θεσμικές αδυναμίες, που περιορίζουν την αποτελεσματικότητά της και συχνά υπονομεύουν την πολιτική της αποστολή.
Πολιτικοποίηση και κομματική εργαλειοποίηση
Η αναθεώρηση συχνά μετατρέπεται σε πεδίο κομματικών αντιπαραθέσεων, αντί να αποτελεί πράξη συναινετικής θεσμικής ωριμότητας.
- Οι αναθεωρήσεις του 1986 και 2019 υπηρετούν πολιτικές σκοπιμότητες και όχι ουσιαστικές θεσμικές ανάγκες.
- Έτσι, αλλοιώνεται η ratio του άρθρου 110, που απαιτεί ευρύτερη συναίνεση και υπερκομματική προσέγγιση.
Ανελαστικότητα και πολυπλοκότητα της διαδικασίας
Το ελληνικό Σύνταγμα διαθέτει εξαιρετικά αυστηρό σύστημα αναθεώρησης σε σχέση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.
- Η διπλή βουλή και η μεσολάβηση εκλογών καθιστούν τη διαδικασία χρονοβόρα και πολιτικά επισφαλή.
- Η ανάγκη αυξημένων πλειοψηφιών (3/5) στην πρώτη φάση συχνά οδηγεί σε αδιέξοδο, αποτρέποντας ουσιαστικές θεσμικές προσαρμογές.
Ασάφεια στη δεσμευτικότητα των δύο βουλών
Η θεωρία έχει επισημάνει θεσμική ανασφάλεια σχετικά με το κα΄τα πόσο η δεύτερη (αναθεωρητική) βουλή δεσμεύετια από τις κατευθύνσεις της πρώτης.
- Η απουσία ρητής συνταγματικής πρόβλεψης επιτρέπει ερμηνείες που αποδυναμώνουν τη συνέχεια και τη συνοχή της διαδικασίας.
- Έτσι, η πρώτη βουλή αποφεύγει να αναλάβει το πολιτικό κόστος αναθεωρητικών προτάσεων.
Έλλειψη συμμετοχικότητας και δημοκρατικής νομιμοποίησης
Η διαδικασία είναι αμιγώς κοινοβουλευτική και δεν προβλέπει λαϊκή συμμετοχή (π.χ. δημοψήφισμα), σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Αυτό περιορίζει τη δημοκρατική επικύρωση των συνταγματικών αλλαγών και ενισχύει την απόφαση μεταξύ λαού και θεσμών.
Συμπέρασμα
Η σύγχρονη θεωρία τονίζει ότι η ελληνική αναθεωρητική διαδικασία χρειάζεται εξορθολογισμό και εκδημοκρατισμό, περισσότερη ευελιξία, θεσμική συνέχεια, διαφάνεια και συναίνεση. Μόνο έτσι η αναθεώρηση θα υπηρετεί τον αρχικό της σκοπό: την προσαρμογή του Συντάγματος στις ανάγκες της κοινωνίας, χωρίς να θίγεται ο θεμελιώδης πυρήνας του πολιτεύματος.





























