Οικονομία

Γιατί αποφασίστηκε η αύξηση του κατώτατου μισθού παρά την ύφεση, τι κερδίζουν οι εργαζόμενοι

eurokinissi eurokinissi
Το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων κ. Κωστή Χατζηδάκη, συμφώνησε στην έκδοση απόφασης για την αύξηση του κατώτατου μισθού και του κατώτατου ημερομισθίου.

Βάσει του άρθρου 103 του ν.4172/2013 ο κατώτατος μισθός και το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, μετά από σύμφωνη γνώμη του Υπουργικού Συμβουλίου. Για τον σκοπό αυτό, προβλέπεται  διαβούλευση μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και της Κυβέρνησης, με την τεχνική και επιστημονική υποστήριξη εξειδικευμένων επιστημονικών, ερευνητικών φορέων και εμπειρογνωμόνων.

Στο πλαίσιο της διαβούλευσης, οι εργοδοτικές οργανώσεις μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων (ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ, ΣΕΒ, ΣΕΤΕ, ΣΒΕ) τάχθηκαν υπέρ της διατήρησης του κατώτατου μισθού στα σημερινά επίπεδα, εστιάζοντας κυρίως στις αρνητικές συνέπειες της πανδημίας και τις επιπτώσεις ενδεχόμενης αύξησής του στη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και την ανεργία.

Υπέρ του παγώματος του κατώτατου μισθού τάχθηκαν η Τράπεζα της Ελλάδος, το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) και το ΚΕΠΕ.

Το Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού πρότεινε δύο επιλογές: είτε διατήρηση του μισθού στα 650 ευρώ, με παράλληλα μέτρα αύξησης της αγοραστικής δύναμης είτε αύξησή του κατά 1,53%. Από τους φορείς που συμμετείχαν στη διαβούλευση, μόνο η ΓΣΕΕ έχει ταχθεί ανοικτά υπέρ μιας άμεσης αύξησης του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ μηνιαίως (+15,5%) με την προοπτική περαιτέρω αύξησης στα 809 ευρώ.

Σε σύγκριση με τα άλλα 21 κράτη-μέλη της Ε.Ε. που έχουν νομοθετημένο κατώτατο μισθό, η Ελλάδα κατατάσσεται στη 11η θέση όσον αφορά το ονομαστικό ύψος του κατώτατου μισθού και ότι οι 18 χώρες από τις χώρες αυτές  προχώρησαν σε ονομαστική αύξηση το διάστημα Ιαν. 2020-Μαρ. 2021, με τη μέση τιμή σε ευρώ να ανέρχεται στο 1,9%.

Η μέση πραγματική αύξηση ήταν 1,5% δηλαδή μόλις 0,2 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από την αύξηση που επήλθε στον ελληνικό κατώτατο μισθό λόγω του αποπληθωρισμού.  

Η βαθιά ύφεση που σημειώθηκε την περίοδο της πανδημίας θα συνηγορούσε υπέρ της διατήρησης του υφιστάμενου κατωτάτου μισθού (όπως ζητούν οι εργοδοτικές οργανώσεις και ορισμένοι ερευνητικοί φορείς). Ωστόσο οι θετικές προοπτικές για το άμεσο μέλλον αφήνουν περιθώρια για μια λελογισμένη αύξηση, η οποία θα δίνει στους εργαζόμενους ένα εύλογο μέρισμα χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την αναπτυξιακή τροχιά στην οποία μπαίνει η οικονομία. 

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο κατώτατος μισθός δεν θα αποκλίνει από το σημείο ισορροπίας, και συνεπώς δεν θα πλήξει την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη, θα πρέπει η αύξηση να μην ξεπερνά το άθροισμα της αύξησης της παραγωγικότητας και του πληθωρισμού.

Με βάση τις εκτιμήσεις του Υπουργείου Οικονομικών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εξέλιξη του Α.Ε.Π., της απασχόλησης, του πληθωρισμού και της παραγωγικότητας μια αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 2% ικανοποιεί την ανωτέρω συνθήκη.

Στην επιλογή της λελογισμένης αύξησης του κατώτατου μισθού συνηγορούν τα ακόλουθα: 

- Η μείωση των εργοδοτικών εισφορών κατά 2,27% και η μείωση του φόρου στα επιχειρηματικά κέρδη από 29% σε 22% αμβλύνουν την αρνητική επίδραση στην βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και, κατ’ επέκταση, την απασχόληση.  
- Δεν αναμένεται να δημιουργήσει έντονες πληθωριστικές πιέσεις καθώς το παραγωγικό δυναμικό της χώρας  υποχρησιμοποιείται. Αντίστροφα, θα μπορούσε να συμβάλει σε ταχύτερη κάλυψη αυτού του παραγωγικού κενού (το οποίο με τρέχουσες εκτιμήσεις υπολογίζεται σε -7,5% για το 2021 και -4,4% για το 2022). 
- Από πλευράς σηματοδότησης (signaling) είναι συμβατή με τη στοχοθέτηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για ρυθμό πληθωρισμού 2% μεσοπρόθεσμα. 
- Συμβαδίζει με την πρακτική που εφάρμοσαν οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, της παροχής δηλαδή συνετών αυξήσεων, οι οποίες έλαβαν υπόψη την ιδιαίτερη οικονομική συγκυρία που δημιούργησε η πανδημία.   

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω το Υπουργικό Συμβούλιο συμφώνησε στην έκδοση απόφασης για τον καθορισμό του νόμιμου κατώτατου μισθού για πλήρη απασχόληση, για τους υπαλλήλους όλης της χώρας στα 663 ευρώ και του νόμιμου κατώτατου ημερομισθίου για τους εργατοτεχνίτες όλης της χώρας στα 29,62 ευρώ.

Οι αυξήσεις αυτές θα ισχύσουν από 1/1/2022, προκειμένου να έχει αποκατασταθεί η ομαλή λειτουργία της οικονομίας και να μην επιβαρυνθούν οι επιχειρήσεις που βρίσκονται στο στάδιο της επανεκκίνησης. 

Δεδομένου ότι υπάρχουν θετικές προβλέψεις για σημαντική οικονομική ανάκαμψη το 2022, εκτιμάται ότι στην επόμενη διαδικασία αναθεώρησης που θα ολοκληρωθεί τον ερχόμενο Ιούνιο, θα υπάρχουν περιθώρια για μεγαλύτερη αύξηση του νόμιμου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου.

Γιατί αυξάνεται μόνο 2%, πόσα κερδίζουν οι εργαζόμενοι

«Συνετή» χαρακτηρίζει την αύξηση του κατώτατου μισθού που αποφάσισε το υπουργείο Εργασίας και εξηγεί πόσο αυξάνεται ο πραγματικός μισθός ανάλογα με την προϋπηρεσία.

Στα 663 ευρώ αυξάνεται από 1ης Ιανουαρίου του 2022 ο κατώτατος μισθός έπειτα από απόφαση του υπουργικού συμβουλίου από 650 που ήταν μέχρι σήμερα.

Σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας, η απόφαση ελήφθη «ύστερα από την ολοκλήρωση της διαβούλευσης στην οποία συμμετείχαν οι κοινωνικοί εταίροι, ερευνητικοί και επιστημονικοί φορείς, η Τράπεζα της Ελλάδας κ.α, με βάση τις προτάσεις που διατυπώθηκαν, τις αντοχές της οικονομίας και των επιχειρήσεων, ιδίως των μικρομεσαίων αλλά και τη διεθνή συγκυρία».

Ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Κωστής Χατζηδάκης, δήλωσε: «Η ελληνική οικονομία βίωσε βαθιά ύφεση εξαιτίας των επιπτώσεων της πανδημίας, η οποία ήρθε σε συνέχεια της οικονομικής κρίσης. Μέλημα της κυβέρνησης με την απόφαση για την αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 2% από 1ης Ιανουαρίου του 2022, αλλά και με τη μείωση φόρων και ασφαλιστικών εισφορών – που οδήγησε σε πρόσθετη αύξηση του εισοδήματος των εργαζομένων κατά 1,6% - είναι να στηρίξει την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων χωρίς να θέσει σε κίνδυνο επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας».

Η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου

Σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας η αύξηση 2%, επελέγη ώστε «να ενισχυθεί η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η βιωσιμότητα επιχειρήσεων που βρίσκονται σε οριακό σημείο. Η απόφαση ελήφθη με γνώμονα την εξέλιξη της οικονομίας κατά τη διετία 2019 – 2020 (δεδομένου ότι η προηγούμενη αύξηση του κατώτατου μισθού έγινε στις αρχές του 2019) και τις προβλέψεις διεθνών και εγχώριων οργανισμών και ινστιτούτων για την ανάπτυξη της οικονομίας το 2021 και το 2022».

Ειδικότερα:

  • Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ (αλυσωτοί δείκτες όγκου με εποχική με ημερολογιακή διόρθωση) το ΑΕΠ το 2018 ήταν 180,068 δισ. ευρώ. ενώ το 2020 λόγω της κρίσης του κορωνοϊού διαμορφώθηκε σε 168,737 δισ. ευρώ. Δηλαδή ήταν μειωμένο κατά 6,29%, σε σχέση με το 2018 εξαιτίας κατά κύριο λόγο των επιπτώσεων της πανδημίας. Υπενθυμίζεται ότι η ύφεση το 2020 ήταν 8,2%.
  • Οι προβλέψεις διεθνών και εγχώριων φορέων συγκλίνουν σε ισχυρά ποσοστά ανάπτυξης τόσο το 2021 όσο και, κυρίως, το 2022 (ενδεικτικά: Ευρωπαϊκή Επιτροπή +4,3% το 2021, +6% το 2022, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο: +3,3% το 2021, +5,4% το 2022, Τράπεζα της Ελλάδος: +4,2% το 2021, +5,3% το 2022).

«Οι προβλέψεις για την ανάπτυξη το 2022 (5,3% - 6%) οι οποίες είναι ακόμη πιο ευνοϊκές, θα ληφθούν υπόψη προφανώς, μαζί με τα απολογιστικά στοιχεία που θα υπάρχουν τότε, κατά τη διαδικασία αναπροσαρμογής του κατώτατου μισθού που θα γίνει το 2022» αναφέρει το υπουργείο Εργασίας.

Μάλιστα το υπουργείο Εργασίας εξηγεί γιατί μια μεγαλύτερη αύξηση του κατώτατου μισθού, θα μπορούσε να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα, απ' όσα θα έλυνε. Σύμφωνα με το υπουργείο θα δημιουργούσε:

  • Κίνδυνο για τη βιωσιμότητα επιχειρήσεων που έχουν πληγεί από την πανδημία και λειτουργούν «στο όριο». Ο κίνδυνος αυτός είναι ιδιαίτερα αυξημένος καθώς οι κλάδοι που επηρεάστηκαν περισσότερο (εστίαση κλπ) έχουν ταυτόχρονα και υψηλό ποσοστό εργαζομένων που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό.
  • Κίνδυνο απολύσεων ή στροφής σε αδήλωτη / υποδηλωμένη εργασία λόγω της δυσκολίας απορρόφησης της αύξησης του εργασιακού κόστους εν μέσω ύφεσης.
  • Περαιτέρω επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής οικονομίας καθώς στο έντονο πλήγμα που είχε ήδη υποστεί λόγω της οικονομικής κρίσης προστέθηκαν και οι αρνητικές συνέπειες της πανδημίας (μείωση παραγωγικότητας κατά 6,9% και αύξηση μοναδιαίου κόστους εργασίας κατά 7,9% το 2020).

Ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα ο νομοθετημένος από 1/2/2019 κατώτατος μηνιαίος μισθός για τους υπαλλήλους ανέρχεται στα 650 ευρώ και το ημερομίσθιο για εργατοτεχνίτες στα 29,04 ευρώ. Δεδομένου ότι στην Ελλάδα καταβάλλονται 14 μισθοί, αυτό αντιστοιχεί σε 758 ευρώ/μήνα. Με την εγκύκλιο 7613/395-18-02-2019 του Υπουργείου Εργασίας ορίστηκε ότι τα ανωτέρω ποσά προσαυξάνονται μέχρι και 30% ανάλογα με τα έτη προϋπηρεσίας που έχει συμπληρώσει ο/η εργαζόμενος/η προ του 2012. Συνεπώς ο κατώτατος μισθός μπορεί να είναι έως και 195 ευρώ υψηλότερος (βλ. Πίνακα).

Αντίστοιχα από 1-1-2022 ο κατώτατος μισθός διαμορφώνεται στα 663 ευρώ το μήνα (ή 773,5 ευρώ με αναγωγή των 14 μισθών) ενώ με τις τριετίες φθάνει έως και 198,9 ευρώ υψηλότερα. Το κατώτατο ημερομίσθιο από 1-1-2022 διαμορφώνεται σε 29,62 ευρώ.

Οι ισχύοντες και οι νέοι μισθοί για άγαμους και έγγαμους υπαλλήλους και εργατοτεχνίτες με τις τριετίες παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα.

Πώς αλλάζει ο κατώτατος μισθός:

Ύψος κατώτατου μισθού και κατώτατου ημερομισθίου για διάφορες κατηγορίες εργαζόμενων.

 

Σήμερα

1-1-2022

Έτη προϋπηρεσίας:

Υπάλληλοι (€/μήνα)

0-3

650,00

663,00

3-6

715,00

729,30

6-9

780,00

795,60

9 και άνω

845,00

861,90

 

Κατώτατος μισθός με επίδομα γάμου (€/μήνα)

0-3

715,00

729,30

3-6

780,00

795,60

6-9

845,00

861,90

9 και άνω

910,00

928,20

 

Εργατοτεχνίτες (€/ημέρα)

0-3

29,04

29,62

3-6

30,49

31,10

6-9

31,94

32,58

9-12

33,40

34,07

12-15

34,85

35,55

15-18

36,30

37,03

18 και άνω

37,75

38,51

 

Κατώτατο ημερομίσθιο με επίδομα γάμου (€/ημέρα)

0-3

31,94

32,58

3-6

33,40

34,07

6-9

34,85

35,55

9-12

36,30

37,03

12-15

37,75

38,51

15-18

39,20

39,98

18 και άνω

40,66

41,47

Επισημαίνεται ότι από το Φεβρουάριο του 2019, η αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού έχει αυξηθεί, αφενός εξαιτίας των αποπληθωριστικών πιέσεων (-1,3% το 2020) αφετέρου λόγω της μείωσης κατά 1,63% των ασφαλιστικών εισφορών που καταβάλουν οι εργαζόμενοι (από 15,75% σε 14,12%). Για ένα μισθωτό πλήρους απασχόλησης που λαμβάνει τον κατώτατο μισθό των 650 ευρώ το συνολικό όφελος από τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών ανέρχεται σε 10,6 ευρώ/μήνα ή 148,3 ευρώ/έτος (14 μισθοί).

Δηλαδή συνολικά, το πραγματικό ετήσιο διαθέσιμο των μισθωτών πλήρους απασχόλησης που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό των 650 ευρώ έχει αυξηθεί κατά περίπου 250 ευρώ το χρόνο λόγω του αρνητικού πληθωρισμού και της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών και θα αυξηθεί από 1-1-2022 επιπλέον κατά 182 ευρώ με την αύξηση του κατώτατου μισθού.

Γ. Το ευρωπαϊκό περιβάλλον

Μεταξύ των 21 κρατών μελών της ΕΕ που έχουν νομοθετημένο κατώτατο μισθό, η Ελλάδα βρίσκεται στη μέση της κατάταξης όσον αφορά το ύψος του κατώτατου μισθού (11η με βάση τον ονομαστικό και 13η με βάση τα Ισοδύναμα Αγοραστικής Δύναμης).

Οι 18 από τις ανωτέρω χώρες προχώρησαν σε ονομαστική αύξηση το διάστημα Ιαν 2020-Μαρ. 2021. Ωστόσο, η σύγκριση των ονομαστικών αυξήσεων αγνοεί σημαντικά νομισματικά και οικονομικά μεγέθη (πληθωρισμός, συναλλαγματική ισοτιμία, μεταβολή ΑΕΠ, ιστορικό μεταβολών κατώτατου μισθού). Ειδικότερα:

  • Μόνο σε 9 χώρες η αύξηση υπερέβη το 2%, αν λάβουμε υπόψιν τον πληθωρισμό και τη συναλλαγματική ισοτιμία (για τις χώρες που δεν είναι μέλη της Ευρωζώνης). Σε 6 χώρες η πραγματική αύξηση ήταν μικρότερη της μίας ποσοστιαίας μονάδας και σε 1 ο πραγματικός κατώτατος μισθός μειώθηκε.
  • Στην Ελλάδα η πραγματική αξία του κατώτατου μισθού αυξήθηκε κατά 1,3% λόγω του αποπληθωρισμού, ενώ περαιτέρω αύξηση της αγοραστικής δύναμης επήλθε από τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων κατά 1,63%.
  • Η πλειονότητα των χωρών με σημαντική αύξηση του κατώτατου μισθού είναι μικρές και «ανοικτές» οικονομίες που είχαν έντονη αναπτυξιακή δυναμική πριν την πανδημία και επλήγησαν πολύ λιγότερο από αυτήν. Επίσης στις δύο χώρες με την υψηλότερη ποσοστιαία αύξηση (Λετονία, Σλοβενία) εφαρμόστηκαν αποφάσεις που είχαν ληφθεί πολύ πριν την πανδημία. Η Σλοβενική κυβέρνηση έσπευσε μάλιστα να δεσμευτεί ότι θα αποζημιώσει, εν μέρει, τις επιχειρήσεις για το αυξημένο εργασιακό κόστος.
  • Η Ισπανία και η Εσθονία διατήρησαν αμετάβλητο τον ονομαστικό κατώτατο μισθό το 2020, ενώ η πραγματική αύξηση (αφού ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός) ήταν μικρότερη από εκείνη της χώρας μας.

Μεταβολή κατώτατου μισθού στις χώρες της ΕΕ

Χώρα

ΚΜ ευρώ (3/2021)

Ονομαστική μεταβολή από 1/2020

Πληθωρισμός 2020

Πραγματική μεταβολή από 1/2020

Μεταβολή ΑΕΠ 2020

Λετονία

500

16,3%

0,1%

16,2%

-3,6%

Σλοβενία

1.024

8,9%

-0,3%

9,2%

-5,5%

Σλοβακία

623

7,4%

2,0%

5,4%

-4,8%

Πορτογαλία

775

4,7%

-0,1%

4,8%

-7,6%

Λιθουανία

642

5,8%

1,1%

4,7%

-0,9%

Ιρλανδία

1.723

4%

-0,5%

4,5%

3,4%

Λουξεμβούργο

2.201

2,8%

0%

2,8%

-1,3%

Βέλγιο

1.625

2%

0,4%

1,6%

-6,3%

Γερμανία

1.614

1,9%

0,4%

1,5%

-4,8%

Ελλάδα

758

0%

-1,3%

1,3%

-8,2%

Ολλανδία

1.684

1,9%

1,1%

0,8%

-3,7%

Εσθονία

584

0,0%

-0,6%

0,6%

-2,9%

Γαλλία

1.554

1,%

0,5%

0,5%

-7,9%

Ισπανία

1.108

0%

-0,3%

0,3%

-10,8%

Μάλτα

784

1,%

0,8%

0,2%

-7,8%

Πηγή: Eurostat *Για την Ελλάδα υπολογίζεται με 12 καταβολές

Μεταβολή κατώτατου μισθού στις χώρες ΕΕ που δεν ανήκουν στην ευρωζώνη (Ιαν. 2020 – Μαρ. 2021)

Χώρα

Μεταβολή από 1/2020 (εθνικό νόμισμα)

Μεταβολή από 1/2020 (ευρώ)

Ύψος ΚΜ 3/2021 (ευρώ)

Μεταβολή ΑΕΠ 2020

Βουλγαρία

6,6%

6,6%

332,34

-4,2%

Κροατία

4,6%

3,1%

562,77

-8,0%

Ουγγαρία

4%

-4,1%

442,44

-5,0%

Πολωνία

7,7%

0,5%

614,08

-2,7%

Ρουμανία

3,1%

1,3%

458,07

-3,9%

Τσεχία

4,1%

0,8%

579,22

-5,6%

Πηγή: Eurostat

Δ. Τα αποτελέσματα της διαβούλευσης

Υπέρ του παγώματος του κατώτατου μισθού τάχθηκαν οι εργοδοτικοί φορείς, συμπεριλαμβανομένων των μικρομεσαίων. Υπέρ του παγώματος επίσης ή της πολύ περιορισμένης αύξησης τάχθηκαν οι επιστημονικοί φορείς που συμμετείχαν στη διαδικασία διαβούλευσης συμπεριλαμβανομένης και της Τράπεζας της Ελλάδος. Η ΓΣΕΕ πρότεινε άμεση αύξηση στα 751 ευρώ μηνιαίως (15,5%) με την προοπτική περαιτέρω αύξησης στα 809 ευρώ. Στο τελικό πόρισμα της διαβούλευσης το ΚΕΠΕ και ορισμένα μέλη της επιτροπής των εμπειρογνωμόνων θεωρούν ότι είναι σκόπιμο «η όποια αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού να ανασταλεί έως ότου αποκατασταθεί η κανονικότητα στην οικονομία και αυτή καταγράψει συστηματικά θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης», ενώ ορισμένα άλλα μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων προτείνουν αύξηση του κατώτατου μισθού σε ποσοστό έως και 4% (26 ευρώ) θεωρώντας ότι αυτό θα στείλει ένα θετικό σήμα για την επανεκκίνηση της οικονομίας.