Σε εξέλιξη είναι στο εφετείο η εκδίκαση της υπόθεσης για το σκάνδαλο της Folli Follie με την οικογένεια Κουτσολιούτσου και τους καταδικασμένους συνεργάτες της να δέχονται πυρά πανταχόθεν. Μεθαύριο 7 Μαΐου και την επόμενη Πέμπτη 14 Μαΐου θα εξετασθούν οι μάρτυρες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, οι οποίοι και στο πρωτόδικο δικαστήριο ήταν καθοριστικοί για την καταδίκη σε κάθειρξη 17 ετών του Δημήτρη Κουτσολιούτσου, 11 ετών στον Τζώρτζη Κουτσολιούτσου και 10 ετών της Καίτης Κουτσολιούτσου.
Την ίδια ώρα, σε διαρκές δικαστικό αδιέξοδο προσκρούουν οι επαναλαμβανόμενες προσπάθειες της οικογένειας να ανακτήσει τον έλεγχο της εταιρείας. Παρά τις προαναφερόμενες καταδίκες, οι Κουτσολιούτσοι παραμένουν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους και συνεχίζουν τις κινήσεις τους χωρίς, ωστόσο, απτό αποτέλεσμα. Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται η Διοίκηση Σάμιου που τοποθετήθηκε το 2020 με απόφαση του Πρωτοδικείου, κατόπιν σχετικής αίτησης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Εναντίον της συγκεκριμένης διοίκησης, αλλά και άλλων εμπλεκόμενων προσώπων, η οικογένεια έχει κινηθεί νομικά με αλλεπάλληλες μηνύσεις, οι οποίες μέχρι στιγμής δεν έχουν αποδώσει ουσιαστικά αποτελέσματα.
Κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της έφεσης για το σκάνδαλο των παραποιημένων οικονομικών στοιχείων, οι συνήγοροι υπεράσπισης της οικογένειας Κουτσολιούτσου επιχείρησαν να μετατοπίσουν τη συζήτηση στις ευθύνες της νέας διοίκησης. Η προσπάθεια αυτή προκάλεσε την επανειλημμένη παρέμβαση της προέδρου του δικαστηρίου, η οποία ξεκαθάρισε ότι αντικείμενο της δίκης είναι αποκλειστικά η διερεύνηση των ευθυνών για τις παράνομες πράξεις και τη δημοσίευση ψευδών οικονομικών στοιχείων έως το 2018.
Σε επίπεδο ουσίας, η πλευρά των Κουτσολιούτσων υπέστη και ακόμη ένα πλήγμα. Σύμφωνα με πληροφορίες, η Εισαγγελέας Εφετών έθεσε στο αρχείο μήνυση για απιστία που είχε κατατεθεί τον Οκτώβριο του 2023 από τον Δημήτρη Κουτσολιούτσο και άλλους μικρομετόχους κατά της διορισμένης διοίκησης. Η υπόθεση σχετιζόταν με αποφάσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης, με επίκεντρο την πώληση του ακινήτου «Μινιόν». Η μήνυση είχε διαβιβαστεί προς διερεύνηση στο ΣΔΟΕ, το οποίο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν προκύπτει ζημία για την εταιρεία από τις ενέργειες της νέας διοίκησης. Με βάση το πόρισμα αυτό, η εισαγγελική αρχή προχώρησε στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης, εξέλιξη με ιδιαίτερη θεσμική βαρύτητα.
Η εξέλιξη αυτή προστίθεται σε μια σειρά αρνητικών εξελίξεων για την οικογένεια Κουτσολιούτσου, η οποία επιχειρεί αφενός να επηρεάσει την πορεία της δίκης και αφετέρου να ανακόψει τη διαδικασία εξυγίανσης της εταιρείας, χωρίς επιτυχία έως σήμερα.
Τέλος, νέο δικαστικό μέτωπο αναμένεται να ανοίξει στις 13 Μαΐου, με την εκδίκαση υπόθεσης που αφορά τη μη δημοσιοποίηση οικονομικών καταστάσεων της Folli Follie για τις χρήσεις 2020 έως 2022. Παρά την απομάκρυνσή τους από τη διοίκηση βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, τα μέλη της οικογένειας Κουτσολιούτσου παραμένουν βασικοί μέτοχοι της «παλαιάς» εταιρείας. Μέσω της επιρροής τους στις γενικές συνελεύσεις, δεν εγκρίνουν τις οικονομικές καταστάσεις της χρήσης 2019 —που αφορούν τη δική τους διοίκηση— επικαλούμενοι λόγους που, σύμφωνα με πληροφορίες, δεν εναρμονίζονται με το ισχύον νομικό πλαίσιο. Η στάση αυτή έχει ως αποτέλεσμα να μπλοκάρεται συνολικά η δημοσίευση οικονομικών στοιχείων από το 2019 και μετά, διατηρώντας την εκκρεμότητα γύρω από την εταιρεία. Με την εν λόγω δικαστική διαδικασία δεν έχει καμία εμπλοκή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
Οι πιέσεις των ομολογιούχων
Πάντως, οκτώ χρόνια μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου της Folli Follie και τρία χρόνια από την οριστική επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης, η Διοίκηση Σάμιου εξακολουθεί να βρίσκεται υπό πίεση, όχι μόνο από την πλευρά της οικογένειας Κουτσολιούτσου, αλλά και από τους ομολογιούχους της Folli Follie, οι οποίοι παραμένουν χωρίς αποζημίωση. Μέρος των ομολογιούχων εκφράζει έντονη δυσαρέσκεια για τις συνεχείς καθυστερήσεις και τις πολύπλοκες νομικές εμπλοκές που έχουν μπλοκάρει την καταβολή αποζημιώσεων. Η υπομονή τους έχει εξαντληθεί, καθώς η υπόθεση παραμένει σε εκκρεμότητα επί σειρά ετών. Κεντρικό αίτημα των ομολογιούχων αποτελεί η αποδέσμευση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, τα οποία παραμένουν «παγωμένα». Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται εμβληματικά ακίνητα, όπως τα κεντρικά γραφεία στον Άγιο Στέφανο, με τη συνολική αξία τους να είχε εκτιμηθεί τα προηγούμενα χρόνια περίπου στα 200 εκατ. ευρώ. Οι επενδυτές θεωρούν ότι μόνο μέσω της αξιοποίησης αυτών των περιουσιακών στοιχείων μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για την αποζημίωσή τους, σε μια υπόθεση που συνεχίζει να δοκιμάζει την αξιοπιστία της ελληνικής αγοράς. Ωστόσο, τα ίδια ακίνητα τα διεκδικούν και οι μικρομέτοχοι που ζημιώθηκαν από το σκάνδαλο της Folli Follie. Δεν είναι τυχαίο πως η μεγαλύτερη κριτική που ασκείται στη Διοίκηση Σάμιου είναι πως δεν έχει καταφέρει εδώ και τρία χρόνια να φέρει σε συνεννόηση τους μικρομετόχους και τους ομολογιούχους, ώστε να υπάρξει μια «win win» λύση και πως έχει κάνει μόνον αποσπασματικές κινήσεις.
Πότε η καύση LNG δεν φορολογείται
Με φόντο τη ραγδαία ανάπτυξη των ενεργειακών υποδομών LNG και την αυξανόμενη σημασία τους για την ασφάλεια εφοδιασμού της χώρας, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων προχώρησε σε κρίσιμες διευκρινίσεις που «ξεκλειδώνουν» ένα μέχρι πρότινος ασαφές πεδίο: τι συμβαίνει φορολογικά όταν ποσότητες φυσικού αερίου καίγονται για λόγους ασφαλείας. Η νέα εγκύκλιος έρχεται να βάλει τάξη σε μια τεχνικά σύνθετη διαδικασία, που αφορά άμεσα εγκαταστάσεις όπως το FSRU Αλεξανδρούπολης και συνολικά τους θαλάσσιους τερματικούς σταθμούς LNG, επιχειρώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη ασφάλειας και στον αυστηρό έλεγχο των φορολογικών υποχρεώσεων.
Στο επίκεντρο των νέων διευκρινίσεων βρίσκεται η περίπτωση κατά την οποία υγροποιημένο φυσικό αέριο, το οποίο έχει ήδη τεθεί σε προσωρινή εναπόθεση εντός τερματικού σταθμού, οδηγείται αναγκαστικά σε καύση για λόγους ασφάλειας. Όπως επισημαίνεται, αυτό συμβαίνει όταν δεν υπάρχει δυνατότητα περαιτέρω ενεργειακής αξιοποίησης της ποσότητας, όπως για παράδειγμα μέσω συμπύκνωσης, επαναϋγροποίησης ή ιδιοκατανάλωσης του αεριοποιημένου φυσικού αερίου. Η εγκύκλιος ξεκαθαρίζει ότι σε αυτή την περίπτωση η καύση θεωρείται νομικά «καταστροφή εμπορεύματος», σύμφωνα με τον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα και τον Ενωσιακό Τελωνειακό Κώδικα. Η συγκεκριμένη ερμηνεία έχει άμεση επίπτωση στη φορολογική μεταχείριση, καθώς διευκρινίζεται ότι δεν προκύπτει τελωνειακή οφειλή, εφόσον το φυσικό αέριο παραμένει σε καθεστώς προσωρινής εναπόθεσης και δεν έχει τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία ή σε άλλο τελωνειακό καθεστώς.
Για να μην υπάρχουν καν υποψίες ότι «επιτήδειοι» μπορούν να κάνουν «παιχνίδι» με αυτές τις ποσότητες φυσικού αερίου, η ΑΑΔΕ ξεκαθαρίζει την ανάγκη αυστηρής παρακολούθησης των σχετικών ποσοτήτων, επιβάλλοντας την καταχώρισή τους στη λογιστική αποθήκη του φορέα διαχείρισης της προσωρινής εναπόθεσης.
Για να γίνει αυτή η εγγραφή, απαιτούνται συνοδευτικά στοιχεία. Πρώτα απ’ όλα τεχνική τεκμηρίωση από το σύστημα λειτουργίας του σταθμού, δηλαδή μετρήσεις από όργανα (meters, flow meters, boil-off gas logs) που δείχνουν πόση ποσότητα οδηγήθηκε στον πυρσό (flare). Αυτά τα δεδομένα προέρχονται από τα αυτοματοποιημένα συστήματα ελέγχου (SCADA) και θεωρούνται κρίσιμα γιατί είναι δύσκολο να αλλοιωθούν εκ των υστέρων. Παράλληλα, συντάσσεται εσωτερικό πρωτόκολλο ή αναφορά συμβάντος (incident report), όπου περιγράφεται γιατί έγινε η καύση – για παράδειγμα πίεση στο σύστημα, τεχνικός περιορισμός ή αδυναμία αποθήκευσης. Αυτό το έγγραφο συνδέεται με τη λογιστική εγγραφή ώστε να δικαιολογεί την «καταστροφή». Η εγγραφή στη λογιστική αποθήκης περιλαμβάνει βασικά στοιχεία όπως ημερομηνία και ώρα, ποσότητα φυσικού αερίου, δεξαμενή ή σύστημα από το οποίο προήλθε, αιτία καταστροφής και παραπομπή στα σχετικά τεχνικά δεδομένα. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται πλήρες ίχνος ελέγχου (audit trail).
Προφανώς κερδισμένοι από τη νέα διαδικασία είναι κυρίως οι διαχειριστές των τερματικών σταθμών και οι ενεργειακές εταιρείες, καθώς απαλλάσσονται από το ενδεχόμενο φορολόγησης ποσοτήτων που χάνονται για λόγους ασφαλείας, μειώνοντας έτσι το λειτουργικό και οικονομικό ρίσκο.
YALCO - Veraltis
Σε τροχιά εντατικών διαπραγματεύσεων για τη ρύθμιση των δανειακών της υποχρεώσεων βρίσκεται η YALCO, όπως προκύπτει από τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της χρήσης 2025, με τη διοίκηση να δίνει σαφές βάρος στην εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης. Ειδικότερα, η εταιρεία επιβεβαιώνει ότι βρίσκεται σε αδιάλειπτες συζητήσεις με την Veraltis Asset Management, η οποία διαχειρίζεται τις σχετικές απαιτήσεις, με στόχο τη διευθέτηση των εναπομεινάντων καταγγελμένων δανείων. Το ύψος των συγκεκριμένων υποχρεώσεων ανέρχεται πλέον σε 34,5 εκατ. ευρώ, μετά από σειρά κινήσεων απομείωσης τα προηγούμενα έτη. Η σημερινή εικόνα του δανεισμού αποτελεί αποτέλεσμα της ευρείας αναδιάρθρωσης που ξεκίνησε το 2021, όταν οι βασικοί πιστωτές προχώρησαν στη μεταβίβαση των απαιτήσεων στην IREP Yalco (Ireland) DAC, στο πλαίσιο του νόμου για τη διαχείριση μη εξυπηρετούμενων δανείων. Έκτοτε, η διαχείριση των απαιτήσεων πέρασε σε εξειδικευμένους servicers, με τη Veraltis να διαδραματίζει πλέον κεντρικό ρόλο. Καθοριστική για τη μείωση του συνολικού χρέους των 46 εκατ. ευρώ υπήρξε η εκποίηση περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων ακινήτων και απαιτήσεων, που οδήγησαν σε σημαντική αποκλιμάκωση των υποχρεώσεων. Παράλληλα, επιμέρους διαγραφές και αποπληρωμές συνέβαλαν περαιτέρω στη βελτίωση της θέσης της εταιρείας. Σημαντική παράμετρος αποτελεί και η στάση των νέων κατόχων των απαιτήσεων, της Veraltis Asset Management, καθώς έχει γνωστοποιηθεί πρόθεση αποφυγής αναγκαστικών μέτρων για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, υπό την προϋπόθεση συνέχισης των διαπραγματεύσεων και μη επιδείνωσης της κατάστασης της εταιρείας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η διοίκηση της YALCO επιδιώκει να αξιοποιήσει το περιθώριο συνεννόησης με τη διαχειρίστρια εταιρεία, προκειμένου να επιτύχει μια συνολική συμφωνία που θα ρυθμίζει οριστικά το υπόλοιπο των δανειακών της υποχρεώσεων και θα δημιουργεί προϋποθέσεις οικονομικής σταθερότητας για το μέλλον.
Η Quality & Reliability
Ρόλο στα οικονομικά στοιχεία της Quality & Reliability για το 2025 διαδραμάτισε η υπεραξία (goodwill) που προέκυψε από τις εξαγορές που πραγματοποίησε η εισηγμένη, καθώς ενίσχυσε σημαντικά το ενεργητικό της. Η συνολική υπεραξία ανήλθε σε περίπου 3,27 εκατ. ευρώ και αποτυπώθηκε στον ενοποιημένο ισολογισμό του Ομίλου, ως αποτέλεσμα της διαφοράς μεταξύ του τιμήματος εξαγοράς — το οποίο ανήλθε σε περίπου 3,99 εκατ. ευρώ — και της εύλογης αξίας των καθαρών περιουσιακών στοιχείων των εταιρειών SysteCom (Cybersecurity), Squaredev (AI) και Alexander Moore (SAP) που αποκτήθηκαν. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σημαντικό μέρος της υπεραξίας, ύψους περίπου 2,01 εκατ. ευρώ, χαρακτηρίζεται ως προσωρινό, καθώς οι σχετικές εξαγορές δεν είχαν πλήρως οριστικοποιηθεί λογιστικά κατά το κλείσιμο της χρήσης. Η διοίκηση έκανε χρήση της δυνατότητας που παρέχουν τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο αναπροσαρμογών της αξίας αυτής στο μέλλον, με την ολοκλήρωση της αποτίμησης των επιμέρους στοιχείων ενεργητικού και παθητικού των εξαγορασθεισών εταιρειών.
Η Ryanair και το αεροδρόμιο «Μακεδονία»
Κρίσιμη ημέρα η σημερινή για την Θεσσαλονίκη, καθώς η Ryanair δρομολογεί τη διακοπή των διεθνών της συνδέσεων από το αεροδρόμιο «Μακεδονία» από το προσεχές φθινόπωρο, λόγω αυξημένων χρεώσεων. Σήμερα θα διεξαχθεί έκτακτη σύσκεψη στη Θεσσαλονίκη, με πρωτοβουλία του δημάρχου Στέλιου Αγγελούδη και τη συμμετοχή εκπροσώπων της αεροπορικής εταιρείας, της αυτοδιοίκησης και του τουριστικού κλάδου. Στη σύσκεψη θα συμμετέχουν η αντιπεριφερειάρχης Τουρισμού Βίκυ Χατζηβασιλείου, στελέχη του Οργανισμού Τουρισμού Θεσσαλονίκης και υπηρεσιακοί παράγοντες, με βασικό αντικείμενο τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει για την πόλη η ενδεχόμενη συρρίκνωση των πτήσεων. Ήδη έχει πραγματοποιηθεί επικοινωνία με τον γενικό γραμματέα του ΕΟΤ, Ανδρέα Φιορεντίνο, προκειμένου να διασφαλιστεί συντονισμένη αντιμετώπιση της κατάστασης. Παράλληλα, έχει ενημερωθεί η υπουργός Τουρισμού Όλγα Κεφαλογιάννη. Τέλος, έχει αποσταλεί επιστολή προς τη Fraport Greece, που διαχειρίζεται το αεροδρόμιο «Μακεδονία», με αίτημα ενημέρωσης σχετικά με το αν έχουν υπάρξει αλλαγές στους όρους συνεργασίας με την αεροπορική εταιρεία.






























