Παρά τη ραγδαία επιδείνωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή και την αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας, που ενισχύουν τη γεωστρατηγική σημασία του Κάθετου Διαδρόμου ως εναλλακτικής και θεωρητικά ασφαλέστερης οδού εφοδιασμού LNG προς την Ευρώπη, η οικονομική και επιχειρησιακή του βιωσιμότητα δοκιμάζεται σοβαρά από τις τρέχουσες συνθήκες. Η ίδια η κρίση, μέσω της αποσταθεροποίησης κρίσιμων θαλάσσιων διαδρόμων —όπως τα Στενά του Ορμούζ— και της αύξησης των ασφαλίστρων κινδύνου, οδηγεί σε άνοδο των ναύλων των LNG carriers, σε επιμήκυνση των χρόνων μεταφοράς και σε υψηλότερα κόστη σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα. Το αποτέλεσμα θα είναι η επιβάρυνση του τελικού κόστους παράδοσης LNG στην Ευρώπη, γεγονός που περιορίζει την ανταγωνιστικότητα, ιδίως του αμερικανικού LNG, και καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για σταθερές, μακροχρόνιες ροές προμήθειας, ώστε να μειωθεί η έκθεση στη μεταβλητότητα της spot αγοράς.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η δυνατότητα του Κάθετου Διαδρόμου να μετατραπεί από «στρατηγικό αφήγημα» σε λειτουργική ενεργειακή αρτηρία εξαρτάται όχι μόνο από τη διαθεσιμότητα ποσοτήτων, αλλά κυρίως από το συνολικό κόστος παράδοσης (delivered cost), το οποίο επηρεάζεται άμεσα από τις διεθνείς ναυλαγορές. Και αυτό δεν ισχύει μόνον για το παρόν, αλλά και για το μέλλον. Σε χρηματοοικονομικό επίπεδο, η υψηλή κεφαλαιουχική ένταση των έργων του Κάθετου Διαδρόμου, σε συνδυασμό με τις σχετικά χαμηλές αποδόσεις, καθιστά απολύτως κρίσιμη τη σύναψη μακροχρόνιων συμβολαίων τύπου take-or-pay και ship-or-pay. Τα συμβόλαια αυτά αποτελούν προϋπόθεση τόσο για τη λήψη τελικών επενδυτικών αποφάσεων όσο και για την εξασφάλιση χρηματοδότησης. Ωστόσο, το σημερινό περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας δεν ευνοεί ούτε τη σύναψη τέτοιων δεσμεύσεων ούτε την υλοποίηση νέων μεγάλων επενδύσεων.
Μέσα στην πραγματικότητα αυτή, οι χώρες διέλευσης και τελικής κατανάλωσης του Κάθετου Διαδρόμου διαθέτουν και άλλες, πιο οικονομικές, εναλλακτικές οδούς τροφοδοσίας φυσικού αερίου. Το γεγονός αυτό εντείνει τον ανταγωνισμό ως προς το κόστος και την ευελιξία εφοδιασμού. Υπό αυτές τις συνθήκες, η άνοδος του κόστους μεταφοράς LNG λόγω Μέσης Ανατολής ενδέχεται να καταστήσει τον Κάθετο Διάδρομο λιγότερο ελκυστικό σε σύγκριση με ανταγωνιστικές διαδρομές, εκτός εάν υπάρξει κάποια ριζική μεταβολή των δεδομένων.
Project «ειδικών συνθηκών»
Αλλά δεν είναι μόνον η σύρραξη μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν που αναδεικνύει ότι ο Κάθετος Διάδρομος αποτελεί ένα project «ειδικών συνθηκών». Η απουσία σαφούς και δεσμευτικής ευρωπαϊκής πολιτικής στήριξης, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα που δημιουργεί η ενεργειακή μετάβαση και οι μακροπρόθεσμες προοπτικές της ζήτησης φυσικού αερίου μετά το 2035, συγκαταλέγονται στις βασικές προκλήσεις.
Καθοριστικός παράγοντας για τη μακροχρόνια αξιοποίηση του Διαδρόμου παραμένει η ζήτηση. Το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο οι αγορές-στόχοι —Ουκρανία, Βαλκάνια, Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη— θα διατηρήσουν επαρκή και βιώσιμη ζήτηση σε ορίζοντα 15 έως 25 ετών, ώστε να στηρίξουν μακροχρόνια συμβόλαια προμήθειας και μεταφοράς. Η τρέχουσα ανάγκη υποκατάστασης του ρωσικού αερίου ενδέχεται να έχει μεταβατικό χαρακτήρα και να υποχωρήσει μετά το 2030, εφόσον επιταχυνθεί η διείσδυση των ΑΠΕ, η εξηλεκτρισμένη θέρμανση και η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας.
Παράλληλα, παραμένει ασαφές αν και σε ποιο βαθμό θα ανακάμψει η βιομηχανική ζήτηση φυσικού αερίου στην Ευρώπη ή αν θα παραμείνει δομικά μειωμένη λόγω υψηλού ενεργειακού κόστους, αποβιομηχάνισης ή μετεγκατάστασης ενεργοβόρων δραστηριοτήτων εκτός ΕΕ. Η συμπίεση της βιομηχανικής κατανάλωσης περιορίζει τη βάση φορτίου που απαιτείται για τη στήριξη υποδομών μεγάλης κλίμακας.
Τέλος, η ευρωπαϊκή κλιματική πολιτική εντείνει την αβεβαιότητα ως προς τη διάρκεια ζωής της ζήτησης φυσικού αερίου. Η αυστηροποίηση του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS), οι φιλόδοξοι στόχοι μείωσης εκπομπών και η προώθηση εναλλακτικών καυσίμων, όπως το βιομεθάνιο και το υδρογόνο, ενδέχεται να περιορίσουν τη χρήση φυσικού αερίου ταχύτερα από τους επενδυτικούς ορίζοντες των σχετικών υποδομών, θέτοντας πρόσθετα ερωτήματα για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του Κάθετου Διαδρόμου.
Η «χασούρα» Πόλσον από την ΕΥΔΑΠ
Ο Αμερικανός επενδυτής Τζον Πόλσον πούλησε χθες το σύνολο της συμμετοχής του, ύψους 9,7%, στην ΕΥΔΑΠ στον Όμιλο ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, στο πλαίσιο χρηματιστηριακής συναλλαγής συνολικής αξίας 103,4 εκατ. ευρώ. H τιμή της συναλλαγής ήταν 10 ευρώ ανά μετοχή και ενσωματώνει premium 37% περίπου σε σχέση με το χθεσινό κλείσιμο της μετοχής της ΕΥΔΑΠ στα 7,31 ευρώ. Ο Τζον Πόλσον είχε αποκτήσει 9,99% της ΕΥΔΑΠ τον Μάιο του 2014, τοποθετώντας περίπου 86 εκατ. ευρώ. Με μια πρώτη ματιά η κεφαλαιακή του υπεραξία από τη συναλλαγή ανέρχεται σε περίπου 17,4 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πως ο Τζον Πόλσον κατέγραψε μεγάλη «χασούρα» από την επένδυσή του στην ΕΥΔΑΠ. Αν είχε επενδύσει το 2014 τα 86 εκατ. ευρώ σε ένα παθητικό fund που παρακολουθεί το δείκτη S&P 500 και δεν είχε κάνει τίποτε άλλο, μέσα στο διάστημα 2014- 2026 θα είχε καταγράψει αποδόσεις 262%. Δηλαδή τα 86 εκατ. ευρώ θα είχαν γίνει 311,3 εκατ. ευρώ. Υπό την οπτική αυτή, η επένδυση στην ΕΥΔΑΠ ήταν εξαιρετικά επιζήμια για τον γνωστό Αμερικανό επενδυτή.
Τα data centers της Cloudcore
Σε εταιρικό μετασχηματισμό προχώρησε η Cloudcore, με απόφαση των μετόχων της Γιάννη Σάκκαρη και Λεωνίδα Παναγάκου. Στο πλαίσιο του μετασχηματισμού, η Cloudcore μετατράπηκε από Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία σε Ανώνυμη Εταιρεία, με μετοχικό κεφάλαιο ύψους 25.000 ευρώ, το οποίο διαιρείται σε 2.500 κοινές ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας 10 ευρώ εκάστη και έχει καταβληθεί πλήρως. Στόχος της Cloudcore είναι η παροχή ευρέος φάσματος υπηρεσιών πληροφορικής, με έμφαση στην επεξεργασία και φιλοξενία δεδομένων, την ανάπτυξη και διαχείριση λογισμικού και πληροφοριακών συστημάτων, τις υπηρεσίες cloud και την παροχή υπολογιστικής υποδομής, καθώς και τη συμβουλευτική υποστήριξη επιχειρήσεων σε θέματα οργάνωσης και ψηφιακού μετασχηματισμού. Παράλληλα, οι Γιάννης Σάκκαρης και Λεωνίδας Παναγάκος αναπτύσσουν αυτή την περίοδο κέντρα δεδομένων (data centers) στα Ιωάννινα και την Αλεξανδρούπολη, με την Cloudcore να αποτελεί το βασικό επιχειρηματικό όχημα του εν λόγω εγχειρήματος.
Ο ξυλοδαρμός Αθανασόπουλου
Έντονο προβληματισμό προκαλεί η επίθεση που δέχθηκε χθες το πρωί ο διευθύνων σύμβουλος της Cepal, Θεόδωρος Αθανασόπουλος από αγνώστους, περιστατικό που ήλθε -εν έτη 2026- να αναδείξει ζητήματα ασφάλειας γύρω από ανώτατα στελέχη εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων. Όπως επιβεβαίωσε με επίσημη ανακοίνωσή της η Cepal, ο κ. Αθανασόπουλος έπεσε θύμα ξυλοδαρμού από δύο άτομα αγνώστων στοιχείων, λίγο αφότου είχε αφήσει τα παιδιά του στο σχολείο. Ο CEO του ομίλου είναι καλά στην υγεία του, ενώ από την πρώτη στιγμή υπάρχει πλήρης συνεργασία με τις αρμόδιες ελληνικές αρχές για τη διερεύνηση της υπόθεσης. Μαθαίνουμε πως το περιστατικό, ωστόσο, έχει ήδη προκαλέσει κινητοποίηση. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης ζήτησε να εξεταστεί άμεσα η ανάγκη αυξημένων μέτρων ασφαλείας για ανώτατα στελέχη των servicers, εξέλιξη που εγείρει ερωτήματα για το εάν η συγκεκριμένη επίθεση αποτελεί μεμονωμένο γεγονός ή ένδειξη ενός ευρύτερου και πιο ανησυχητικού φαινομένου. Οι αρχές συνεχίζουν τις έρευνες, αναζητώντας απαντήσεις για τα κίνητρα και τους δράστες της επίθεσης.
Το μέσο ημερήσιο GGR ανά VLT
Σας αναφέραμε χθες πως τα καθαρά έσοδα προ εισφορών (GGR) του ΟΠΑΠ από τα παιγνιομηχανήματα VLTs κινήθηκαν ακόμη ταχύτερα το 2025 και ανήλθαν στα 365,6 εκατ. ευρώ καταγράφοντας αύξηση 6% σε ετήσια βάση σε σύγκριση με το 2024, όταν και είχαν διαμορφωθεί σε 344,7 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, ο Πρόεδρος και CEO του ΟΠΑΠ Jan Karas μιλώντας χθες στους αναλυτές παρουσίασε και ποιοτικά στοιχεία που δείχνουν τη δυναμική των VLTs. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία, το μέσο ημερήσιο GGR ανά VLT διαμορφώθηκε στα 47 ευρώ για τη χρήση του 2025, έναντι 41 ευρώ το 2024, ενώ στο τέταρτο τρίμηνο του 2025 ανήλθε στα 43 ευρώ από 39 ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2024. Η θετική αυτή εικόνα υποστηρίχθηκε από την αυξημένη δραστηριότητα των παικτών, με τις επισκέψεις να ανέρχονται κατά μέσο όρο σε 42,6 ετησίως ανά παίκτη το 2025, σημειώνοντας άνοδο 11,6% σε σύγκριση με το 2024. Παράλληλα, η ετήσια δαπάνη ανά παίκτη διαμορφώθηκε στα 1.200 ευρώ, αυξημένη κατά 12% σε ετήσια βάση, στοιχείο που καταδεικνύει τη σταθερή εμπλοκή του κοινού και την ενίσχυση της εμπειρίας παίκτη. Σημαντικό ρόλο στη διατήρηση των επιδόσεων διαδραμάτισε και ο εμπλουτισμός του προϊόντος με 268 παιχνίδια VLT, αλλά και η αναβάθμιση του δικτύου με περισσότερα από 16.800 σύγχρονα παιγνιομηχανήματα νέας γενιάς, εξοπλισμένα με μεγάλες οθόνες υψηλής ευκρίνειας.
Το μαιευτήριο «Λητώ»
Παρά το γεγονός ότι το μαιευτήριο «Λητώ» στο Νέο Ψυχικό, μέλος του ιατρικού ομίλου Υγεία και του HHG Group, έχει αναστείλει τη λειτουργία του εδώ και περίπου έναν χρόνο, η εταιρεία «Λητώ Γενική, Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική Ανώνυμη Εταιρεία» προχώρησε σε ενίσχυση της κεφαλαιακής της βάσης. Όπως αποφασίστηκε σε Έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων, εγκρίθηκε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 3 εκατ. ευρώ με καταβολή μετρητών, μέσω της έκδοσης 1.764.706 νέων ονομαστικών μετοχών, ονομαστικής αξίας 1,70 ευρώ η καθεμία. Με την ολοκλήρωση της αύξησης, το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας διαμορφώνεται πλέον σε 10,7 εκατ. ευρώ, διαιρούμενο σε 6.317.699 ονομαστικές μετοχές της ίδιας ονομαστικής αξίας.






























